25 Δεκεμβρίου 2021

Η Ομορφιά

Την αντιλαμβανόμαστε άμεσα όταν την αντικρύσουμε. Την βιώνουμε έντονα. Η ομορφιά είναι ικανή να μας συγκινήσει βαθιά και να μας ξεσηκώσει. Πρόκειται για κάτι που προσφέρει μια αέναη εμπειρία απόλαυσης, ευχαρίστησης, νοήματος και ικανοποίησης. Η έννοια του ‘όμορφου’ συχνά περιλαμβάνει και την περίπτωση όπου μια ύπαρξη βρίσκεται σε πλήρη ισορροπία και αρμονία με την φύση, κατάσταση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα έλξης και συναισθηματικής ευημερίας. Όντως, το όμορφο γίνεται γρήγορα αντιληπτό από εκείνον που το αντικρίζει.

Ο βρετανός επιστήμονας και θεολόγος Άλιστερ ΜακΓκραθ εκφράζει βαθιά κατανόηση όταν γράφει: «Η ανθρώπινη αναζήτηση της ομορφιάς είναι στην ουσία η αναζήτηση της πηγής αυτής της ομορφιάς, η οποία διαμεσολαβείται μέσω των πραγμάτων αυτού του κόσμου, αλλά δεν περιέχεται σε αυτά» [1]. Και ο C. S. Lewis ήταν πεπεισμένος ότι οι άνθρωποι έχουν ένα ένστικτο υπέρβασης που διεγείρεται από την ομορφιά. Ή όπως το διατυπώνει: Μια «ένδειξη ότι υπάρχει νόημα στο σύμπαν», ένα σημάδι για κάτι αξιόλογο. Στο έργο του ‘Το Βάρος Της Δόξας Του Ουρανού’[2], περιγράφει ακριβώς αυτή την ανθρώπινη αναζήτηση για αληθινή ομορφιά. Παρόμοιες ιδέες συναντάει κανείς σε συγγραφείς όπως τον Jonathan Edwards και τον Hans Urs von Balthasar. Όλη η ομορφιά στην κτίση, τόσο στους ουρανούς όσο και στη γη, προέρχεται από τη λάμψη του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η εικόνα του «ωραίου» Θεού, η πηγή κάθε ομορφιάς. Η ομορφιά παρακάμπτει την ορθολογική ανάλυση, προσελκύοντας και δημιουργώντας  κάτι πολύ βαθύτερο μέσα μας.

Αλλού πάλι, ο Λούις εκφράζεται ως εξής: «Δεν μπορεί να νιώσει κανείς μεγάλη ευχαρίστηση από μια όμορφη μουσική αν πιστεύει ότι η ομορφιά της δεν είναι παρά ‘σκέτη ψευδαίσθηση’ και ότι ο μόνος λόγος να την βρίσκει ελκυστική είναι ‘πως το νευρικό μας σύστημα είναι παράλογα ρυθμισμένο έτσι ώστε εκείνη να μας αρέσει’». Με άλλα λόγια: Τι αξίζει η ομορφιά αν δεν υπάρχει Θεός κι εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε παρά μια χούφτα χημικών ουσιών και μορίων; Άλλοτε δηλαδή ελκυόμαστε από κάτι και άλλοτε αυτό μας είναι αποκρουστικό.

Ο αθεϊστής Ρίτσαρντ Ντόκινς, στο βιβλίο του με τις μεγαλύτερες πωλήσεις ‘Η Περί Θεού Αυταπάτη’, χαρακτηρίζει την ομορφιά απλά ως «χημική αντίδραση». Όταν η αθεϊστική σκέψη μειώνει τον κόσμο σε σκέτη ύλη, κινδυνεύει έτσι να χαθεί και κάθε αίσθηση του θαύματος, κάθε εκτίμηση ομορφιάς. Εξανεμίζεται μαζί τους και κάθε χαρά της ζωής. Παρ’ όλο που πολλοί άνθρωποι σήμερα δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει Θεός, είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι συγκινούνται από έναν έναστρο ουρανό, μια όμορφη ακροθαλασσιά, την πανοραμική θέα της φύσης από την κορυφή ενός βουνού ή ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα. Αν η ομορφιά είναι πραγματικότητα, τότε πώς εκτιμάται; Ο αθεϊσμός δεν φαίνεται να παρέχει ικανοποιητική εξήγηση του ανθρώπινου εθισμού προς την ομορφιά, θεωρώντας την απλά μια ψευδαίσθηση. Είναι δύσκολο να αποδεχτεί κανείς το συμπέρασμα αυτό, ειδικά όταν η ομορφιά συγκινεί τους ανθρώπους τόσο έντονα.

Στην παραβολή του Χριστού στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (13: 45–46) ο έμπορας αναγνωρίζει αμέσως την ομορφιά και την αξία του «πολύτιμου μαργαριταριού». Δεν χρειάζεται να πειστεί για την αξία του. Πουλάει ό,τι έχει και δεν έχει για να το αποκτήσει. Η ομορφιά του τον έπεισε από μόνη της. Ο ΜακΓκραθ θεωρεί πως οι χριστιανοί μπορούν να δώσουν στους συνανθρώπους τους να εκτιμήσουν την ομορφιά του Θεού στο Ευαγγέλιο και με αυτό τον τρόπο να τον ανακαλύψουν. Όπως ένας κοσμηματοπώλης κρατάει ένα διαμάντι σε τέτοια θέση απέναντι στο φως, ώστε οι σμιλευμένες πλευρές του να ακτινοβολούν και ο καθένας να μπορεί να θαυμάσει την ομορφιά του, φροντίζει ώστε να γίνεται σε όλους φανερή η εξ’ υπαρχής αξία του.


[1] Alister McGrath, Mere Apologetics, (Λονδίνο: SPCK, 2016), σ. 114.

[2] C. S. Lewis, Τhe Weight of Glory, κήρυγμα, 1941, ελληνική έκδοση, (Ο Λόγος: Αθήνα, 2015).

1 Δεκεμβρίου 2021

Μπορούμε να γνωρίζουμε την πραγματικότητα στην εποχή της «μετα-αλήθειας»;

«Μετα-αλήθεια» (post-truth) είναι λέξη που προστέθηκε επισήμως στο αγγλόφωνο λεξιλόγιο το 2016. Το λεξικό της Οξφόρδης την εξηγεί ως «συνθήκες υπό τις οποίες αντικειμενικά γεγονότα έχουν λιγότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από προσφυγές στο συναίσθημα και την προσωπική πίστη» των ανθρώπων. Στην εποχή του Covid το ζούμε αυτό έντονα με το κίνημα των αντιεμβολιαστών και αρνητών της επιστήμης.

Η έννοια της μετα-αλήθειας είναι αποτέλεσμα του μεταμοντερνισμού (γνωστός και ως μετανεωτερικότητα), μια φιλοσοφική σκέψη που ευθύνεται για την «αποδόμηση» βασικών εννοιών, όπως του σε τί συνίσταται η πραγματικότητα και η αλήθεια. Στη νέα εποχή των πλαστών ειδήσεων και της μετα-αλήθειας η αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας και των μη-«εναλλακτικών δεδομένων» είναι συνεπώς πιο επιτακτική από ποτέ.

Η διαδικτυακή Εγκυκλοπαίδεια Britannica ορίζει τον μεταμοντερνισμό ως [φιλοσοφικό] κίνημα του τέλους του 20ού αιώνα που χαρακτηρίζεται από έναν ευρύ σκεπτικισμό, υποκειμενισμό ή σχετικισμό· μια γενική υποψία της ορθολογικής σκέψης· καθώς και οξεία ευαισθησία ως προς τον ρόλο της ιδεολογίας για την διεκδίκηση και διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής δύναμης.[1]

Η Έλεν Πλάκροουζ και ο Τζέιμς Λίντσεϊ, σε πρόσφατο βιβλίο τους με τίτλο «Κυνικές Θεωρίες», επιχειρούν τον εξής προσδιορισμό της έννοιας αυτής[2]:

Ο μεταμοντέρνος τρόπος είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πλήρως εκ των έξωθεν επειδή μοιάζει πολύ με θεωρία συνωμοσίας. … Η προοδευτική αριστερά δεν ευθυγραμμίστηκε με τον Μοντερνισμό, αλλά με τον μεταμοντερνισμό, ο οποίος απορρίπτει την αντικειμενική αλήθεια ως μια φαντασία που ονειρεύονταν αφελείς και/ή αλαζονικά φανατισμένοι στοχαστές του Διαφωτισμού που υποτίμησαν τις παράπλευρες συνέπειες της προόδου της Νεωτερικότητας. … Ο μεταμοντερνισμός, ανάλογα με την άποψή σας, έχει γίνει ή έχει δημιουργήσει μια από τις λιγότερο ανεκτικές, μάλλον αυταρχικές, ιδεολογίες τις οποίες ο κόσμος είχε να αντιμετωπίσει από την εκτεταμένη παρακμή του κομμουνισμού και την κατάρρευση της λευκής υπεροχής και της αποικιοκρατίας. Ο μεταμοντερνισμός αναπτύχθηκε σε σχετικά σκοτεινές γωνιές του ακαδημαϊκού χώρου ως πνευματική και πολιτιστική αντίδραση σε όλες αυτές τις αλλαγές, και από τη δεκαετία του 1960 έχει εξαπλωθεί και σε άλλα μέρη του, όπως ο ακτιβισμός, καθώς και σε πολλές διοικήσεις, ακόμη και στην καρδιά της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας, και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από εκεί άρχισε να εισχωρεί στην ευρύτερη κοινωνία. …

Οι έννοιες γνώση, αλήθεια, νόημα και ηθική είναι, κατά τη μεταμοντέρνα σκέψη, πολιτισμικά κατασκευασμένες. Η ίδια μάλιστα αρνείται ότι μέσω της επιστημονικής μεθόδου μπορεί να παραχθεί αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας. Η «πραγματικότητα» είναι προϊόν κοινωνικοποίησης και βίωσης εμπειριών, ένα κατασκεύασμα του γλωσσικού συστήματος. Αντικειμενική αλήθεια δεν υπάρχει, μπορεί όμως να την προσεγγίσει κανείς με διαδικασίες όπως ο πειραματισμός, η διάψευση ή η μετατροπή. Κατ’ αυτό τον τρόπο η μεταμοντέρνα προσέγγιση διογκώνει μια μικρή, κοινή αλήθεια – όπως την περιορισμένη μας ικανότητά να γνωρίζουμε και να εκφράζουμε «γνώση» μέσω της γλώσσας, των εννοιών και των κατηγοριών της – διακηρύττοντας ότι όλες οι αξιώσεις μας περί αλήθειας είναι αξίες φορτωμένες και δομές του πολιτισμού στον οποίο ζούμε, δηλαδή ένας πολιτισμικός/κοινωνικός κονστρουκτιβισμός.

Σχετικά με τις φιλοσοφικές απόψεις του μεταμοντερνισμού που αφορούν τη γνώση και την επιστημονική κατανόηση της πραγματικότητας φαίνεται, πως η μεταμοντέρνα σκέψη αποτυγχάνει στο να παρέχει μια ικανοποιητική εναλλακτική εξήγηση, ή έστω μια προσέγγιση που μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη. Στην επιστήμη (συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής επιστήμης) υπάρχει το αντικειμενικό κριτήριο της ποιότητας, δηλαδή η αντιστοιχία με την πραγματικότητα. Σύμφωνα με αυτό, επιστημονικές θεωρίες είτε λειτουργούν είτε όχι. Είναι επομένως δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς προσεγγίσεις σαν κι αυτές που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα (και συνεπώς δεν είναι λειτουργικές) μπορούν να θεωρηθούν ωφέλιμες[3].

Διαβάζοντας τη Βίβλο, και καθώς πλησιάζουμε χρονικά στην εποχή εορτασμού των Χριστουγέννων, παρατηρούμε ότι ο Θεός στέλνει, μέσα σ’ ένα παρόμοια εχθρικό περιβάλλον και σε μια παρόμοια διχασμένη κοινωνία, τον Γιό του να γεννηθεί και έτσι να υποστεί της συνέπειες της αμφισβήτησης της Αλήθειας και της Αγάπης Του απέναντι σε μια ανθρωπότητα που βαδίζει προς τον χαμό.

Το χαρμόσυνο μήνυμα των αγγέλων αντιλαλεί μέχρι σήμερα: «Δόξα στον ύψιστο Θεό και ειρήνη στη γη, αγάπη και σωτηρία για τους ανθρώπους!» (Λουκάς 2, 14).


[1] Encyclopedia Britannica, αναζήτηση του όρου “postmodernism” στις 12/12/2020, https://www.britannica.com/topic/postmodernism-philosophy.

[2] Helen Pluckrose και James Lindsay, Cynical Theories. How Universities Made Everything about Race, Gender and Identity – and Why Τhis Harms Everybody, (Λονδίνο: Swift Press, 2020), σ. 40.

[3] Βλ. μια πιο εκτεταμένη μελέτη μου στο ιστολόγιο «Απολογητική Ενημέρωση», https://areopagusbriefs.files.wordpress.com/2021/10/postmodernism-final-1.pdf.

20 Σεπτεμβρίου 2021

Η επιθυμία του Θεού

Blaise Pascal
Η Απολογητική ασχολείται συχνά με επιχειρήματα περί ύπαρξης του Θεού που συνεπάγονται μια έκκληση στη λογική. Όμως υπάρχουν κάποια άλλα που περιλαμβάνουν έκκληση στην εμπειρία αναζητώντας την αληθοφάνειά τους τόσο στην ανθρώπινη καρδιά όσο και στην λογική.
O Γάλλος μαθηματικός Blaise Pascal το περιέγραψε ως εξής: «Η καρδιά έχει λόγους, οι οποίοι δεν είναι προσιτοί μέσω της λογικής». Το πιο γνωστό από αυτού του είδους τα επιχειρήματα είναι αυτό που αποκαλείται «επιθυμία του Θεού».

Πρόκειται για το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν μέσα τους μια λαχτάρα για κάτι που δεν κατέχεται, αλλά του οποίου η έλξη γίνεται ολοένα πιο έντονη. Οι χριστιανοί απολογητές υποστηρίζουν ότι αυτή η βαθιά αίσθηση λαχτάρας για κάθε τι το υπερβατικό βασίζεται στο γεγονός ότι είμαστε πλασμένοι για κοινωνία με τον Θεό. Δεν βρίσκει αλλού εκπλήρωση. Μία από τις πιο αυστηρές θεολογικές εκφράσεις του φαινομένου αυτού την συναντάμε στα γραπτά του ιερού Αυγουστίνου Ιππώνος: Ο Θεός δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα και τα τοποθέτησε στην κορυφή της Δημιουργίας, ώστε εκείνα να εκπληρώνουν το σκοπό τους μέσω της απ’ευθείας σχέσης τους με τον ίδιο τον Θεό ως δημιουργό και σωτήρα τους. Χωρίς μια τέτοια προσωπική σχέση, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να είναι αυτό που προορίστηκε να είναι. Στην γνωστή προσευχή του ο Αυγουστίνος το εκφράζει ως εξής: «Μας δημιούργησες  για τον εαυτό Σου και οι καρδιές μας είναι ανήσυχες μέχρις ότου βρουν την ανάπαυσή τους σε Σένα»[1]. Η λαχτάρα για το θείο είναι συνεπώς «κλεισμένη» κατά κάποιον τρόπο μέσα στον άνθρωπο. Φωτίζει την ανθρώπινη φύση και αποκαλύπτει τον τελικό μας στόχο που (για τον Πασκάλ) είναι ο Θεός. «Τι άλλο μας δείχνει αυτή η λαχτάρα και ανικανότητά μας να βρούμε την εκπλήρωσή της αλλού, από το ότι υπήρχε κάποτε σε κάθε άτομο μια αληθινή ευτυχία, στην οποία το μόνο που απομένει είναι ένα ίχνος; ... Η άπειρη αυτή άβυσσος μπορεί να γεμίσει μόνο με κάτι άπειρο και αμετάβλητο - με άλλα λόγια, από τον ίδιο τον Θεό. Μόνο ο Θεός είναι το πραγματικό μας αγαθό»[2].

Επίσης, ο βρετανός συγγραφέας και απολογητής C. S. Lewis (Λούις) αναγνωρίζει τη σημασία τέτοιων μάταιων φιλοδοξιών σε πολλούς: «Υπήρξε κάτι που νιώσαμε εκείνη την πρώτη στιγμή της λαχτάρας, και που δεν εξαφανίζεται έτσι απλά»[3]. Το επιχείρημα του Λούις περί «επιθυμίας του Θεού» διατυπώνει όμορφα ο βρετανός επιστήμονας και θεολόγος Alister McGrath (Άλιστερ ΜακΓκράθ) ως εξής[4]:

1. Κάθε φυσική επιθυμία έχει ένα αντίστοιχο αντικείμενο και ικανοποιείται μόνο όταν αυτό επιτευχθεί ή βιωθεί.

2. Υπάρχει μια φυσική επιθυμία για υπερβατική εκπλήρωση, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί ή να βιωθεί με οτιδήποτε στον παρόντα κόσμο.

3. Αυτή η φυσική επιθυμία για υπερβατική εκπλήρωση μπορεί επομένως να γίνει πραγματικότητα μόνο πέρα ​​από τον παρόντα κόσμο, σε έναν κόσμο προς τον οποίο δείχνει η παρούσα τάξη πραγμάτων.

Κατά τον Λούις αποτελεί ο Θεός την ουσιαστική προϋπόθεση για την ικανοποίηση της ανθρώπινης επιθυμίας για υπερβατική εκπλήρωση. Η χριστιανική πίστη το ερμηνεύει αυτό ως ένδειξη για την κατανόηση του πραγματικού στόχου της ανθρώπινης φύσης. Ο Λούις υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μια βαθιά αίσθηση λαχτάρας μέσα τους η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με κάτι παροδικό ή φθαρτό: «Αν ανακαλύψω στον εαυτό μου επιθυμία την οποία καμία εμπειρία στον κόσμο αυτό δεν μπορεί να ικανοποιήσει, η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι φτιάχτηκε για έναν άλλο κόσμο»[5].

Τρία σημεία πρέπει να επισημάνει κανείς σχετικά με αυτήν την απολογητική προσέγγιση, εξηγεί ο ΜακΓκράθ :

Πρώτον, συνδέεται με μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία και συμμετέχει σε κάτι που έχει απήχηση σε πολλούς ανθρώπους. Προσφέρει εξήγηση για ένα συναίσθημα που πολλοί ανακαλύπτουν μέσα τους αλλά αναρωτιούνται τι σημαίνει.

Δεύτερον, η εμπειρία αυτή βρίσκει την ερμηνεία της. Δεν πρόκειται για μια τυχαία, χωρίς νόημα εμπειρία, αλλά για κάτι που δείχνει ότι η απάντηση βρίσκεται πέρα ​​από την ίδια την εμπειρία. Αυτό που κάποιοι ίσως να θεωρούν άσκοπη αναζήτηση σημασίας σε μια ενδόμυχη ανθρώπινη αναζήτηση, ξαφνικά αποκτά νόημα και εξήγηση.

Τρίτον, η εμπειρία αυτή εκδηλώνεται ως πύλη γνωριμίας με τον Θεού, επειδή μόνον ο Θεός είναι σε θέση να επιφέρει τον μετασχηματισμό της ανθρώπινης εμπειρίας. Μόνο ο Θεός είναι σε θέση να γεμίσει αυτό που ο Πασκάλ ονομάζει «άβυσσο» της ανθρώπινης φύσης. Δεν πρόκειται για οπορτουνιστική ή αυθαίρετη ερμηνεία της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά για μια αυστηρά θεολογική κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και του προορισμού της, αυτό που η Γαλλίδα φιλόσοφος Chantal Milon-Delsol αποκαλεί «επιθυμία της αιωνιότητας».

Υπάρχει λοιπόν κάτι στην ανθρώπινη φύση που ξεπερνάει τη λογική και τα όρια των εμπειριών μας, στην αναζήτηση νοήματος και σημασίας για την ύπαρξή μας και τον κόσμο. Αυτό μόνον ο Θεός είναι ικανός να εκπληρώσει!


[1] Αυγουστίνος Ιππώνος, Εξομολογήσεις, τομ. A’, κεφ. 1.

[2] Blaise Pascal, Σκέψεις, σ. 113 (αγγλ. έκδοση).

[3] C. S. Lewis, Mere Christianity (London: HarperCollins, 2002), σ. 134-38.

[4] Alister McGrath, Mere Apologetics, (Λονδίνο: SPCK, 2016), σ. 110.

[5] Lewis, ομ., σ. 136-37.

8 Σεπτεμβρίου 2021

Φύση και βάση της Ηθικής

Στο βιβλίο τους με τίτλο «Αυτό που μας καθιστά ανθρώπους»[1] ο θεολόγος Ντέιβιντ Γκούντινγκ και ο μαθηματικός Τζον Λένοξ επισημάνουν στοιχεία που συντελούν σ’ αυτό που κοινώς ονομάζεται «ηθικό συναίσθημα», αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Το αίσθημα δικαιοσύνης

Το έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης το συναντάμε ήδη στα πολύ μικρά παιδιά. Δύο αδέλφια παίζουν και ο μεγαλύτερος αρπάζει το παιχνίδι του νεότερου αρνούμενος να του το επιστρέψει, προκαλώντας τις κραυγές του μικρού. Η μητέρα, ακούγοντας τον καβγά, μπαίνει στο δωμάτιο τη στιγμή που το μικρότερο παιδί χτυπάει τον αδερφό. Δεν είδε πώς άρχισε ο καβγάς και ότι ο μεγαλύτερος τον προκάλεσε. Έτσι τιμωρεί τον μικρότερο. Εκείνος διαμαρτύρεται κλαίγοντας: «Είναι άδικο, δεν έφταιγα εγώ!» Διερωτάται κανείς, από πού πήρε το μικρό παιδί την ιδέα ότι ο κόσμος πρέπει νάναι δίκαιος; Όμως, το αίσθημα δικαιοσύνης υπάρχει μέσα μας, αν και η μακροχρόνια εμπειρία αδικιών στον κόσμο τείνει να σκληρύνει την ευαισθησία μας και κάποιες φορές μας κάνει να γινόμαστε κυνικοί προς τους άλλους.

Το αίσθημα αισθητικής

Δεν το επινοήσαμε εμείς το αίσθημα αυτό. Γεννηθήκαμε έτσι. Όμως το εκτιμούμε γιατί μαζί με την ομορφιά εικόνων γύρω μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να απολαύσουμε αυτή την ομορφιά και να αποστραφούμε την ασχήμια. Το ότι θεωρούμε ένα τριαντάφυλλο «όμορφο» είναι άκρως υποκειμενικό αίσθημα, αλλά όταν το δείχνουμε σε άλλους, περιμένουμε από αυτούς να συμφωνήσουν ότι είναι όμορφο. Συνεπώς, αν η εκτίμηση ομορφιάς είναι μια εξαιρετικά υποκειμενική εμπειρία, υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια που μας κάνουν να αποφασίζουμε σχετικά με το τι είναι όμορφο και τι όχι. Το πιο σημαντικό είναι ότι υποθέτουμε πως και οι άλλοι έχουν τα ίδια εγγενή κριτήρια περί αντίληψης ομορφιάς. Εάν μερικοί άνθρωποι δεν τα έχουν, ή προτιμούν την ασχήμια, πιστεύουμε ότι πάσχουν από αχρωματοψία ή κάποια εγκεφαλική διαταραχή που δεν τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται σωστά σχήματα και χρώματα.

Η γλωσσική ικανότητα

Η εγγενής μας γλωσσική ικανότητα παλαιότερα θεωρείτο ότι εξελίχθηκε από τις κραυγές των ζώων. Όταν κάποιο πρωτόγονο γουρούνι συναντούσε ένα λιοντάρι, το σοκ που εκείνο έπαιρνε εκδηλωνόταν με ένα τρομαγμένο γρύλισμα. Όταν αυτό συνέβαινε συχνά, τα άλλα γουρούνια που άκουγαν αυτό το συγκεκριμένο γρύλισμα  το συσχέτιζαν με «λιοντάρι!». Έτσι, από τις πρωτόγονες απαρχές της και από χιλιάδες άλλου είδους επιφωνήματα, η γλώσσα υποτίθεται ότι εξελίχθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών. Εκτενή πειράματα με πιθήκους προσπάθησαν μάταια να εντοπίσουν την εξελικτική προέλευση της γλώσσας από προ-ανθρώπινη πηγή. Σήμερα, καμία γλώσσα δεν θεωρείται πρωτόγονη με την έννοια ότι μπορεί να προέρχεται  από τα ζώα. Ακόμα και λαοί με λιγότερο πολύπλοκους πολιτισμούς έχουν εξαιρετικά εξελιγμένες γλώσσες, με σύνθετη γραμματική και πλούσια λεξιλόγια, ικανές να προσδιορίσουν επακριβώς το κάθε τι και να συζητήσουν οτιδήποτε εφάπτεται της σφαίρας των ενδιαφερόντων τους.

Ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Αμερικανός γλωσσολόγος και φιλόσοφος στο πρωτοποριακό του έργο για τη γλώσσα[2] επισημαίνει το γεγονός ότι η ιδιοφυΐα της ανθρώπινης γλώσσας συνίσταται, όχι απλώς στη χρήση αυθαίρετων ήχων (και επομένως, λέξεων) για την αναπαράσταση πραγμάτων και ιδεών, αλλά ακόμη περισσότερο στην ικανότητα σύλληψης, κατανόησης και έκφρασης στη σύνταξη των λογικών σχέσεων μεταξύ των ιδεών.

Η εγγενής αίσθηση περί ηθικών αρετών και περί κακού

Όχι μόνο έχουμε ένα έμφυτο αίσθημα τόσο περί δικαιοσύνης όσο και αδικίας, αλλά έχουμε επίσης και μια έμφυτη διάκριση ηθικά σωστών ή λανθασμένων ενεργειών και συμπεριφορών. Το ψέμα λογίζεται ως παράσιτο της αλήθειας επειδή, για να είναι αποτελεσματικό, βασίζεται στην προσδοκία ότι οι άλλοι θα πουν την αλήθεια. Αν όλοι πάντα έλεγαν ψέματα, κανείς δεν θα πίστευε ποτέ τίποτα και κανέναν. Οι σχέσεις θα υπονομεύονταν και κάθε κοινωνική ζωή θα καθίστατο αδύνατη με ενδημική την ανασφάλεια. Ένας ψεύτης δεν μεταφέρει απλώς αναξιόπιστες πληροφορίες: δείχνει επίσης ότι είναι ένα αναξιόπιστο άτομο. Εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του άλλου προκειμένου να την προδώσει κάνοντας κακό.

Η ανθρώπινη συνήθεια να κατηγορούμε τους άλλους όταν λένε ψέματα δείχνει ότι ο ηθικός νόμος είναι «γραμμένος» στην ανθρώπινη καρδιά. Οι ηθικοί νόμοι είναι έμφυτοι.

Συνείδηση ​​και ντροπή

Ως άνθρωποι είμαστε εφοδιασμένοι με δύο μηχανισμούς που μας εμποδίζουν να παραβιάσουμε τους ηθικούς νόμους ή, αν τυχόν και τους παραβιάσουμε, να λειτουργούν ως εσωτερικοί μάρτυρες εναντίον μας. Ο πρώτος είναι η «συνείδηση» ​​και ο δεύτερος το αίσθημα «ντροπής» μέσα μας. Αν, παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις τους, επιμείνουμε στο κακό, τότε μας καταλαμβάνει συχνά ένα αίσθημα ντροπής που εκφράζεται συνήθως και μ’ ένα κοκκίνισμα. Αλλά ακόμη και αν το κακό δεν διαπιστωθεί ή αποκαλυφθεί, ο μηχανισμός ντροπής μέσα μας μάς οδηγεί στο να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, αν είμαστε ειλικρινείς μ΄ εμάς τους ίδιους, έστω κι αν κανείς άλλος δεν το γνωρίζει αυτό. Οι δύο αυτοί μηχανισμοί μαρτυρούν περί ενός «καθολικού» ηθικού νόμου.

Και καταλήγουν οι συγγραφείς: «Όταν λέμε οι ηθικοί νόμοι είναι αντικειμενικοί, αυτό σημαίνει ότι μοιάζουν με τους μαθηματικούς νόμους. Δεν τους επινόησαν άνθρωποι, απλώς τους ανακάλυψαν. Σε διαφορετικές εποχές της ιστορίας οι διάφοροι πολιτισμοί εφηύραν ξεχωριστά αριθμητικά συστήματα … αλλά όλα εκφράζουν τους ίδιους νόμους της αριθμητικής: κανείς δεν εφηύρε αυτούς τους νόμους».

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ηθικούς νόμους.



[1] David Gooding και John Lennox, Being Truly Human: The Limits of Our Worth, Power, Freedom and Destiny, (Belfast: Myrtlefield House, 2018), σ. 97-122.

[2] Noam Chomsky, „Review of B. F. Skinner”, Verbal Behavior, Language 35/1 (1959), σ. 26–58.

 

24 Μαΐου 2021

Ανθρωπική Αρχή

Κάποιοι διανοητές θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε σε ένα φυσικό περιβάλλον δίχως σχέδιο ή σκοπό, και στην «τυφλή, αδίστακτη αδιαφορία» (Ντόκινς). Υποστηρίζει η επιστήμη το υλιστικό όραμα;

Τρεις σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα έρχονται να συγκρουστούν άμεσα με τέτοιου είδους αθεϊστικά αφηγήματα. Την πρώτη ανακάλυψη, περί μεγάλης έκρηξης, ήδη την εξετάσαμε αλλού συζητώντας το επιχείρημα για την ύπαρξη μιας πρώτης αιτίας του κόσμου.

Η δεύτερη ανακάλυψη αφορά την δομή (δηλαδή τη «διπλή έλικα») του μορίου DNA, και πραγματοποιήθηκε από τους Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ το 1953. Θεωρείται δε ως η μεγαλύτερη βιολογική ανακάλυψη του περασμένου αιώνα. (Το ανθρώπινο DNA αποκρυπτογραφήθηκε στα πλαίσια του περίφημου Προγράμματος Ανθρώπινου Γονιδιώματος από το 1990 έως 2003). Το γεγονός ότι το μόριο DNA περιέχει ολόκληρη την πληροφορία για τη ζωή υπονοεί ότι αυτή βασίζεται στην πληροφορία. Επειδή πληροφορία προϋποθέτει νοημοσύνη, η ζωή δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα τυφλής σύμπτωσης και φυσικών νόμων, αλλά η προέλευσή της πηγάζει από έναν υπέρτατο Νου.

Η τρίτη σημαντική ανακάλυψη αφορά αυτό που ο αείμνηστος φυσικός Φρήμαν Ντάυσον (Freeman Dyson) περιέγραψε ως εξής: «Όσο περισσότερο εξετάζω το σύμπαν και μελετώ τις λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής του, τόσο περισσότερα στοιχεία βρίσκω ότι το σύμπαν κατά κάποιο τρόπο γνώριζε ότι ερχόμαστε»[1]. Το επιχείρημα βασίζεται στο γεγονός ότι οι θεμελιώδεις φυσικοί νόμοι και κοσμικοί παράμετροι είναι λεπτομερώς ρυθμισμένοι, καθιστώντας το σύμπαν ικανό να φιλοξενήσει τη ζωή. Μικρές μεταβολές στις τιμές πολλών ανεξάρτητων παραγόντων – όπως η δύναμη της βαρυτικής και ηλεκτρομαγνητικής έλξης, οι μάζες των στοιχειωδών σωματιδίων και η αρχική διάταξη ύλης και ενέργειας στο σύμπαν – θα έκαναν αδύνατη την ύπαρξη ζωής. Αν λ.χ. η αναλογία ανάμεσα στην ηλεκτρομαγνητική και βαρυτική δύναμη διέφερε ελάχιστα, τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν αστέρια όπως ο ήλιος, απαραίτητα για τη ζωή. Επίσης, εάν η ισχυρή πυρηνική δύναμη ήταν ασθενέστερη, αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αστάθεια των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη ζωή με βάση τον άνθρακα. Αν ήταν ισχυρότερη, αυτό θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγή άνθρακα και οξυγόνου. Η ύπαρξη υδρογόνου είναι ευαίσθητη στην ισχύ της αδύναμης πυρηνικής δύναμης. Μια μείωση αυτής της δύναμης θα σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν άστρα καύσης υδρογόνου όπως ο ήλιος.

Προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι πολλοί φυσικοί έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτός ο απίθανος συντονισμός για τη ζωή που ονομάστηκε «ανθρωπική αρχή», δείχνει προς την κατεύθυνση ενός κοσμικού «συντονιστή». Γι’ αυτό και ο φημισμένος αστροφυσικός του Κέμπριτζ, ο Σερ Φρεντ Χόυλ εκφράστηκε κάποτε σαρκαστικά περί αυτού ως εξής: «Μια κοινή λογική ερμηνεία των δεδομένων αυτών υποδηλώνει ότι μια υπέρτατη διάνοια πρέπει να έχει ‘παίξει’ με τη φυσική», ώστε να κάνει δυνατή τη ζωή.

Για να αποφύγουν ένα τέτοιο συμπέρασμα, ορισμένοι αθεϊστές επιστήμονες υποστηρίζουν πως πρέπει να υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός άλλων κόσμων, τα ονομαζόμενα «πολυσύμπαντα» («multiverses») – ανάμεσά τους και το δικό μας, που κατά σύμπτωση «τυγχάνει» να είναι φιλικό προς τη ζωή και τον άνθρωπο. Αυτή η ιδέα, είναι πέρα για πέρα μια μη επιβεβαιωμένη υπόθεση η οποία θεωρεί ότι το σύμπαν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης λοταρίας στην οποία κάποιος «μηχανισμός δημιουργίας σύμπαντος» εκτοξεύει δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων σύμπαντα. Είναι τόσο μεγάλος μάλιστα ο αριθμός που το σύμπαν μας – με τον απίθανο συνδυασμό παραγόντων που ευνοούν τη ζωή – δεν μπορεί παρά τελικά να προκύψει. Οι υποστηρικτές της ιδέας περί «πολυσυμπάντων» παραβλέπουν όμως ένα προφανές πρόβλημα. Τέτοιες αναφορές υποστηρίζουν «μηχανισμούς δημιουργίας σύμπαντος» που οι ίδιες απαιτούν συντονισμό. Έτσι, βρισκόμαστε και πάλι στο σημείο όπου ξεκινήσαμε και την ανάγκη για την ύπαρξη ενός απόλυτου «συντονιστή».

Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, ότι κάτω από το βάρος των ενδείξεων περί ύπαρξης Δημιουργού ένας αθεϊστής φιλόσοφος όπως ο Άντονυ Φλου, αναγνωρίζει: «Είμαι πλέον πεπεισμένος ότι πρέπει να παρουσιάσω εδώ αυτό που κάποιοι θα το έλεγαν, την τελευταία μου βούληση, την διαθήκη μου. Με λίγα λόγια, όπως λέει και ο τίτλος [του βιβλίου του «Υπάρχει Θεός!»], τώρα πιστεύω ότι υπάρχει Θεός! ... Γιατί το πιστεύω αυτό, δεδομένου ότι προώθησα και υπερασπίστηκα τον αθεϊσμό πάνω από μισό αιώνα; Η σύντομη απάντηση είναι: επειδή η εικόνα του κόσμου, όπως τον βλέπω εγώ, εξελίχτηκε μέσω της σύγχρονης επιστήμης. ... Η επιστήμη επισημαίνει τρεις διαστάσεις της φύσης που καταδεικνύουν τον Θεό. Η πρώτη είναι το γεγονός ότι η φύση υπακούει σε νόμους. Η δεύτερη είναι η διάσταση της ζωής, δηλαδή έξυπνα οργανωμένα τελεολογικά όντα, που προέκυψαν από την ύλη. Η τρίτη είναι η ίδια η ύπαρξη της φύσης. Αλλά δεν με οδήγησε σ’ αυτή την πεποίθηση μόνο η επιστήμη. Με βοήθησε και μια νέα μελέτη των κλασικών φιλοσοφικών επιχειρημάτων».

[1] Freeman J. Dyson, Disturbing the Universe (Νέα Υόρκη: Harper & Row, 1979), σ. 250, αναφέρεται επίσης και στο περίφημο έργο των John Barrow και Frank Tipler, The Anthropic Cosmological Principle (Οξφόρδη: Clarendon, 1988), σ. 318.

21 Απριλίου 2021

H ιστορικότητα της ανάστασης του Χριστού

Σε άρθρο του με τίτλο «Αναστήθηκε ο Χριστός;» ο γερμανός ιστορικός Jürgen Spiess (Γιούργκεν Σπις) θεωρεί ιστορικά τεκμηριωμένη τη βιβλική μαρτυρία περί ανάστασης του Χριστού.

Τα Ευαγγέλια γράφτηκαν μεταξύ 60 και 100 μ.Χ., μπορούν όμως να θεωρηθούν ιστορικά; «Σαφώς και μπορούν», απαντάει ο Σπις, «οι συγγραφείς τους κάνουν προσπάθεια στην ακρίβεια της περιγραφής τόπου και χρόνου. Θέλουν να αφηγηθούν τι είχε συμβεί». Οι ίδιοι έζησαν σε μικρή χρονική απόσταση από τα γεγονότα που περιγράφουν ή ήταν αυτόπτες μάρτυρες (Λουκάς 1: 2). Τα αρχαιότερα χειρόγραφα Ευαγγελίων που έχουν διατηρηθεί, είναι πολύ πιο παλαιά από εκείνα που κάποιοι ιστορικοί στηρίζονται συνήθως. Κείμενα της Καινής Διαθήκης σε παπύρους χρονολογούνται από τον 4ο  αιώνα, ενώ υπάρχουν και  μεμονωμένα θραύσματα παπύρων από τον 2ο αιώνα. Για παράδειγμα, τα παλαιότερα χειρόγραφα του Τάκιτου ή και του Θουκυδίδη χρονολογούνται τουλάχιστον 800 χρόνια μετά από τα γεγονότα που περιγράφουν.

Όλα τα Ευαγγέλια αναφέρουν ότι ο τάφος του Ιησού βρέθηκε άδειος δύο ημέρες μετά τον ενταφιασμό του. Μάρτυρες υπήρξαν οι στρατιώτες (Ματθ. 28: 11) που τάχτηκαν να τον φυλάξουν, οι γυναίκες (Λουκάς 24: 3) που θέλησαν να αλείψουν, κατά το έθιμο, το σώμα του Ιησού καθώς και κάποιοι μαθητές (Ιωάννης 20: 4 ε.) που ειδοποιήθηκαν από τις γυναίκες. Ο άδειος τάφος δεν αμφισβητήθηκε από τους αντιπάλους των χριστιανών.

Ωστόσο, αμέσως ισχυρίστηκαν ότι οι μαθητές έκλεψαν το πτώμα (Ματθ. 28: 12 ε.), αμφισβητώντας τις βιβλικές περιγραφές περί Ανάστασης: «Οι μαθητές εφηύραν το μήνυμα της ανάστασης για να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους και να αποφύγουν το στιγματισμό τους ως οπαδοί ενός αποτυχημένου αρχηγού». Γι’ αυτόν το λόγο εξαφάνισαν το πτώμα αφήνοντας τον τάφο άδειο. Όμως, πόσο ‘στέκει’ ένα τέτοιο επιχείρημα; Η σταύρωση του Ιησού σήμαινε για τους μαθητές το τέλος όλων των σχεδίων και ελπίδων τους. Στην απελπισία τους, τράπηκαν σε φυγή (Μάρκος 14: 50), κάποιοι αρνήθηκαν ότι γνώριζαν τον Ιησού (Μάρκος 14: 72) και κλείστηκαν μέσα στα σπίτια τους από τον φόβο των Ιουδαίων (Ιωάν. 20: 19). Όλες αυτές οι αντιδράσεις καταδεικνύουν πως οι μαθητές ούτε καν μπορούσαν να φανταστούν εκείνη την στιγμή την ανάσταση. Επίσης, οι πρώτοι μάρτυρες του άδειου τάφου ήταν γυναίκες των οποίων η μαρτυρία κατά τον ραβινικό ιουδαϊσμό θεωρείτο άκυρη. Πόσο πειστική θα ήταν μια ‘στημένη’ ιστορία;

Είναι όμως εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι μαθητές δεν κήρυξαν την Ανάσταση σε μια απομακρυσμένη επαρχία, αλλά στην ίδια την Ιερουσαλήμ. Μόνο με μεγάλη δυσκολία θα μπορούσαν να ‘πουλήσουν’ ένα τέτοιο συμβάν στους συνανθρώπους τους, επειδή οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ είχαν βιώσει τον Ιησού ανάμεσά τους λίγες εβδομάδες πριν (Πράξ. 2: 22, «… Αυτά τα ξέρετε εσείς οι ίδιοι πολύ καλά.»). Γι’ αυτό και συχνά η διακήρυξή τους αντιμετωπίστηκε με χλευασμό, εχθρότητα και διωγμό. Πολλοί από τους πρώτους χριστιανούς πλήρωσαν με τη ζωή τους την μαρτυρία τους για την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Για μια ψεύτικη ιστορία πόσοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πεθάνουν; Πρέπει, συνεπώς, να υπήρξε κάτι εντελώς διαφορετικό που έκανε τους άλλοτε φοβισμένους, γεμάτους αμφιβολίες ψαράδες να κηρύττουν μέχρι το τέλος της ζωής τους την ανάσταση του Ιησού στους ακροατές τους (βλ. Πράξεις).

Η πιο σημαντική μαρτυρία για την ανάσταση του Χριστού βρίσκεται στην πρώτη επιστολή του Παύλου στους Κορίνθιους (Α’ Κορ. 15: 3-8). Η επιστολή γράφτηκε το 54-57 μ.Χ., περίπου 20 χρόνια μετά τα γεγονότα της Ιερουσαλήμ. Ο Παύλος επικαλείται μάρτυρες του Αναστημένου, εν μέρει και ονομαστικά, και δηλώνει ότι οι περισσότεροι ακόμη ζουν. Πιστεύει δηλαδή ακράδαντα ότι οι δηλώσεις του αντέχουν κάθε εξέταση, γιατί ήταν αναμενόμενο πως κάποιοι σκεπτικοί Κορίνθιοι θα έκαναν χρήση του δικαιώματος αυτού να τις ερευνήσουν. Στην Ιερουσαλήμ συνομίλησε με τουλάχιστον δύο αυτόπτες μάρτυρες της Ανάστασης, τον Πέτρο και τον Ιάκωβο (Γαλ. 1: 18 ε.). Επομένως, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, πρέπει να υπήρχε δυναμική μαρτυρία της Ανάστασης με σαφή κατονομασία μαρτύρων.

Ο Χριστός εμφανίστηκε αναστημένος σε διαφορετικούς τόπους και χρονικές στιγμές (βλ. Ευαγγέλια, Πράξεις). Δεν εμφανιζόταν απλώς, αλλά συνομιλούσε με ανθρώπους και τους επέτρεπε να τον αγγίξουν. Αυτή η εμπειρία έκανε τους ανθρώπους ν΄ αλλάξουν ριζικά και από διώκτες να μετατραπούν σε ένθερμους οπαδούς. Αν οι μάρτυρες που ο Παύλος αναφέρει δεν συνάντησαν τον Χριστό αναστημένο, τότε αυτά τα περίπου 500 άτομα πρέπει να είχαν πέσει θύματα ψευδαίσθησης του ιδίου περιεχομένου, κάτι που είναι ψυχολογικά αδύνατο. Απαιτούν άλλη εξήγηση οι εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού.

Η ανάσταση του Χριστού είναι, όσον αφορά τις μεθόδους της ιστορικής έρευνας, τουλάχιστον τόσο καλά εμπεριστατωμένη όσο τα περισσότερα από τα γεγονότα της αρχαιότητας που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο μέρος της ιστορίας μας, εξηγεί ο Σπις. Αν αμερόληπτα εξετάσει κανείς τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, αυτά μιλούν με μεγάλη πιθανότητα για την ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού.

Ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, στην Ιερουσαλήμ πριν από 2000 χρόνια. Νίκησε το θάνατο. Όποιος πιστεύει σ' αυτόν, έχει ελπίδα για ζωή που ξεπερνά τον θάνατο. «Αυτό είναι το πιο συναρπαστικό και προκλητικό μήνυμα της παγκόσμιας ιστορίας», καταλήγει ο Σπις.


23 Μαρτίου 2021

John Polkinghorne (1930-2021): Μια εξέχουσα φωνή για την επιστήμη και τη θρησκεία

Στις 15 Μαρτίου 2021 ο καθηγητής Alister McGrath αποτίει φόρο τιμής στον διακεκριμένο ακαδημαϊκό και Αγγλικανό ιερέα που πέθανε σε ηλικία 90 ετών

Η προσέγγιση του Rev Canon Dr John Polkinghorne (Πόλκινγκχορν) στην επιστήμη και τη θρησκεία συνοψίζεται όμορφα σε ένα από τα πρώτα του βιβλία: «Η θεολογία και η επιστήμη διαφέρουν πολύ ως προς τη φύση του θέματος που τις απασχολεί. Ωστόσο, η καθεμία απ’ αυτές προσπαθεί να κατανοήσει πτυχές του τρόπου σύμφωνα με  τον οποίο ο κόσμος υπάρχει». Τα επιστημονικά διαπιστευτήρια του Πόλκινγκχορν ήταν άψογα και ως επιστήμονας και θεολόγος ήταν ικανός να μιλά έξυπνα σε απλούς χριστιανούς και με ποιμαντορική ανησυχία.

Ζωή και καριέρα

Γεννημένος το 1930, ο Πόλκινγκχορν σπούδασε μαθηματικά στο Trinity College του Κέμπριτς στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Γνώρισε τη μελλοντική σύζυγό του, Ρουθ, που ήταν επίσης μαθηματικός, σε συναντήσεις στη χριστιανική ομάδα Cambridge Inter-Collegiate Christian Union. Παράλληλα με ένα εξαιρετικό πτυχίο στα μαθηματικά, απέκτησε και διδακτορικό στη φυσική. Μετά από μια σειρά ακαδημαϊκών συναντήσεων στη Βόρεια Αμερική και τη Σκωτία, επέστρεψε στο Κέμπριτς το 1958 και αργότερα ανακηρύχθηκε  καθηγητής μαθηματικής φυσικής.

Διετέλεσε πρόεδρος  του Πανεπιστημίου του Κέμπριτς μέχρι το 1979 όπου, προβαίνοντας σε ανακοίνωση ότι παραιτείται από καθηγητής με στόχο τις σπουδές για μια διακονία στην Εκκλησία της Αγγλίας, οι ακαδημαϊκοί συνάδελφοί του έμειναν έκπληκτοι. Ωστόσο, ο Πόλκινγκχορν έκρινε πως μαθηματικοί, όπως και ο ίδιος, έτειναν να κάνουν το σημαντικότερό τους επιστημονικό έργο πριν τα 45 τους χρόνια.

Ακαδημαϊκός ποιμένας

Ο Πόλκινγκχορν δεν περίμενε να επιστρέψει στον ακαδημαϊκό κόσμο, βλέποντας το μέλλον του πλέον στη τακτική ποιμαντική υπηρεσία της Εκκλησίας της Αγγλίας, υπηρετώντας σε διάφορες ενορίες της. Κλήθηκε όμως  πίσω στο Κέμπριτς για να γίνει πρύτανης στο παρεκκλήσι του Trinity Hall από το 1986-89 και στη συνέχεια εκλέχθηκε πρόεδρος του Queen's College του Κέμπριτς από το 1989-96. Ήταν αυτό το θεμέλιο μιας αξιοσημείωτης ακαδημαϊκής καριέρας. Το 1997 εχρήσθη ιππότης για τη δημόσια υπηρεσία του.

Από το 1990 και μετά, ήθελε να θέσει με σοφία τους προβληματισμούς στη σχέση της επιστήμης και της πίστης. Του απονεμήθηκε το βραβείο Templeton για τη Θρησκεία το 2002 και έγινε ο ιδρυτής-πρόεδρος του Διεθνούς Συλλόγου Επιστήμης και Θρησκείας. Ωστόσο, παρά την ακαδημαϊκή του υπεροχή, ο Πόλκινγκχορν δέχτηκε να παραμείνει πάστορας, άνθρωπος που ταυτιζόταν με τις ανάγκες και τις ανησυχίες των απλών χριστιανών και ικανός να μιλήσει σε αυτές τις ανησυχίες με συμπόνια και σοφία. Όπως και τον C. S. Lewis, τον  χαρακτήριζε και αυτόν η σύνεση στη χριστιανική ορθοδοξία, εξασφαλίζοντας οι απόψεις του να συνδέονται με τους απλούς χριστιανούς και ιδιαίτερα αυτούς που ήταν επιστήμονες. Ο Πόλκινγκχορν κατάφερνε να τους καθησυχάζει στο ότι μπορούσαν να διατηρήσουν την πίστη και την επιστήμη σε ένα πλαίσιο ακεραιότητας. Δεν ήταν πολεμιστής, αλλά ειρηνικός και ευγενικός μάρτυρας μιας θετικής και εποικοδομητικής σχέσης της επιστήμης προς την πίστη.

Έδωσε  σημαντικές ακαδημαϊκές συνεισφορές στον τομέα της επιστήμης και της θρησκείας, με τους οποίους εγώ και άλλοι ασχολούμαστε τακτικά με τα γραπτά και τις διαλέξεις μας. Ένα καλό παράδειγμα είναι η ιδέα του περί ‘μετα-ερωτημάτων’ – ερωτήματα δηλαδή που η επιστήμη είναι σε θέση να θέσει αλλά δεν μπορεί να απαντήσει μέσω των δικών της μεθόδων. Αλλά υποψιάζομαι ότι θα τον θυμόμαστε κυρίως για κάτι πιο σημαντικό που είναι μια ποιμαντορική προσέγγιση σ’ έναν τομέα όπου, αν και βαθύς γνώστης της επιστήμης, ήταν σε θέση να επικεντρώνεται στις καθημερινές ερωτήσεις που ανησυχούσαν πολλούς απλούς χριστιανούς. Ο Πόλκινγκχορν δεν έπαψε ποτέ να χάνει το ενδιαφέρον του για τα ερωτήματα σχετικά με την επιστήμη και την πίστη που απλοί χριστιανοί θεωρούσαν σημαντικά.

Κάποια βιβλία του Πόλκινγκχορν έχουν εκδοθεί και στα ελληνικά:

  • Ο κβαντικός κόσμος (1999) και Επιστήμη ή Θεός (1997) και τα δύο από τις εκδ. Πολιτεία,
  • Το Νόημα στα Μαθηματικά (συλλογικό έργο) από τις εκδ. Ροπή.

Ο Alister McGrath είναι καθηγητής επιστήμης και θρησκείας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συγγραφέας πολλών βιβλίων, όπως το έργο του «Μέσα από σκοτεινό γυαλί: Ταξίδια στην επιστήμη, την πίστη και την αμφιβολία».

20 Μαρτίου 2021

Tο πρόβλημα του κακού

Το πρόβλημα του κακού προβάλλεται συχνά ως επιχείρημα για την μη ύπαρξη του Θεού: Πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού με ένα πανάγαθο, πάνσοφο και παντοδύναμο Θεό; Αυτοί που χρησιμοποιούν αυτό ως επιχείρημα κατά του Θεού πρέπει να δώσουν εξήγηση σχετικά με το γιατί η ύπαρξη του κακού είναι γι’ αυτούς πρόβλημα, αν υποτίθεται ο Θεός δεν υπάρχει.

Ο Αυγουστίνος έγραφε πως το κακό είναι οντολογικά παρασιτικό: Είναι στέρηση του καλού! [1] Το κακό είναι καθαρά στερητικό, μια εκ φύσεως απουσία που αψηφά τη λογική και κάθε νόημα. Αν το καλό έχει οντότητα, το κακό δεν έχει. Ενυπάρχει στην καταστροφή και στην διαταραχή των δημιουργημάτων, σε κάμψη και στρέβλωση του ό,τι αποτελεί καλό δυνάμει των υφισταμένων.

Ένα περιστατικό που συνέβη πριν από έξι περίπου χρόνια έφερε τα βάθη του κακού για πολλοστή φορά στο φως της δημοσιότητας:

Αεροπλάνο που πραγματοποιούσε πτήση γραμμής από την Μπαρτσελόνα της Ισπανίας στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας, με 150 επιβάτες και το πλήρωμα, έπεσε στις Άλπεις. Κανένας δεν επέζησε. Το τραγικό ήταν όταν μετά από λίγες μόνο ώρες επιβεβαιώθηκε το απίστευτο: Ο δεύτερος πιλότος που βρισκόταν για μια στιγμή μόνος του στο πιλοτήριο, οδήγησε το αεροπλάνο εσκεμμένα στην καταστροφή αρνούμενος να ανοίξει την πόρτα στον πιλότο. Το μαύρο κουτί με τις ηχογραφήσεις του πιλοτηρίου, που βρέθηκε ώρες μετά, επιβεβαίωσε το δράμα των τελευταίων δευτερολέπτων πριν την πρόσκρουση του αεροπλάνου στα βουνά: Ο αποκλεισμένος πιλότος ακουγόταν, μαζί και άλλοι επιβάτες, να ουρλιάζουν: «Σε ικετεύω, άνοιξε την καταραμένη πόρτα!»

Υπάρχει μια λέξη που αρθρώνει την ακατανόητη πράξη του δεύτερου πιλότου. Ονομάζεται «κακό». Στο γερμανικό περιοδικό «Cicero» ένας ψυχολόγος επιχείρησε μια εξήγηση: «Ούτε η κατάθλιψη ούτε η ψύχωση εξηγούν πλήρως μια τέτοια ενέργεια, πρέπει να υπάρχουν περισσότερα. Προς το παρόν, αυτή η τραγωδία είναι ένα μάθημα εφαρμοσμένης δαιμονολογίας. Οτιδήποτε μπορεί να είχε οδηγήσει τον δεύτερο πιλότο του αεροσκάφους να δράσει έτσι: Πιθανότατα προήλθε από μέσα, όχι από έξω, προήλθε από τα βάθη της ψυχής». [2]

Η Βίβλος χαρακτηρίζει το ηθικό κακό ως «αστοχία» (Ρωμ. 3: 10-12). Ο αμαρτωλός άνθρωπος έχει χάσει τον στόχο του, μαζί και κάθε επικοινωνία με τον Δημιουργό του. Δεν είναι συνεπώς ο Θεός ο δημιουργός του κακού, αν και επιτρέπει την ύπαρξή του. Μια εξήγηση που δίνει η Βίβλος βρίσκεται σε αυτό που κοινά ονομάζουμε ‘ελεύθερη βούληση’ ή ‘επιλογή’. Είναι αυτή που καθιστά δυνατή την ‘αγάπη’ που είναι κάτι πολύτιμο. Η αγάπη δεν επιβάλλεται στην ελεύθερη βούληση του άλλου. Αν ήμασταν μαριονέτες, με χορδές που θα τραβούσε ο Θεός, τότε οποιαδήποτε πράξη καλοσύνης εκ μέρους μας θα ήταν όμορφη αλλά προγραμματισμένη. Επειδή όμως είμαστε όντα με ελεύθερη βούληση συγκινούμαστε όταν κάποιοι υποχρεώνονται για χάρη στην αγάπη, γίνονται ικανοί για θαρραλέα βήματα, θυσιάζονται. Επίσης η αυτοδιάθεσή μας, η δυνατότητα να κάνουμε κάτι διαφορετικά, ασυνήθιστα, δημιουργικά οφείλεται στο ότι είμαστε ηθικά ελεύθερα όντα. Μπορεί αυτό να μας οδηγήσει σε εσφαλμένες κινήσεις και πράξεις, την αμαρτία.

Πολλοί άνθρωποι σήμερα ρωτούν: «Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανάγαθος, τότε γιατί να αφήνει τα πλάσματά του να υποφέρουν;» Εδώ, εκτός από το ζήτημα της παντοδυναμίας του Θεού, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν «κανόνες» στον υπαρκτό κόσμο που βασίζονται στον χαρακτήρα του Θεού. Δεν αναιρούνται. Ο Θεός είναι αδύνατο να αντιφάσκει τον Εαυτό Του ή να ακυρώνει αυθαίρετα τους νόμους που ο Ίδιος έθεσε.  

Μέσα στους δύο αυτούς κανόνες, της ‘ελεύθερης επιλογής’ και απαραβίαστων ‘νόμων του Θεού’, διεξάγεται το δράμα των ανθρωπογενών παθημάτων. Οι νόμοι μέσω των οποίων ο Θεός φροντίζει τη φύση, δίνοντας νόημα στη ζωή, πρέπει να λειτουργούν με τρόπο τακτικό και συνεπή, διαφορετικά οι συνεχείς παρεμβάσεις του Θεού δεν θα επέτρεπαν καν την ύπαρξή τους. Ο C. S. Lewis το εξηγεί αυτό παραστατικά: «Μπορούμε ίσως να συλλάβουμε έναν κόσμο στον οποίο ο Θεός θα διόρθωνε τα αποτελέσματα αυτής της κατάχρησης της ελεύθερης βούλησης από τα πλάσματά Του την κάθε στιγμή, έτσι ώστε το ξύλινο δοκάρι να γίνεται μαλακό σαν το γρασίδι όταν χρησιμοποιείται ως όπλο, και ο αέρας να αρνείται να με υπακούει στην προσπάθειά μου να εγκαταστήσω σ’ αυτόν ηχητικά κύματα που φέρνουν ψέματα ή προσβολές. Ένας τέτοιος κόσμος θα ήταν κόσμος, στον οποίο λανθασμένες ενέργειες θα ήταν αδύνατες και στον οποίο η ελευθερία της θέλησης θα ήταν άκυρη» [3].

Το κακό είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη ιστορία μέχρι σήμερα. Η Βίβλος διδάσκει ότι υπάρχει επειδή οι πρωτοπλάστες επαναστάτησαν εναντίον του Θεού, παραβιάζοντας την ρητή εντολή Του. Ένας από τους επιζώντες του Άουσβιτς, ο Έλι Βίζελ, έγραφε στα απομνημονεύματά του ότι ο διαχειριστής του στρατοπέδου, Άντολφ Άιχμαν, ήταν ένας άνθρωπος όπως κάθε άλλος. Η ιστορία όμως διδάσκει ότι ως άνθρωποι έχουμε μια απίστευτη ικανότητα για το κακό. Πίσω από κάθε εκτελεστή που τραβάει τη σκανδάλη ή κάποιου που δίνει τις εντολές για φόνο, υπάρχουν η οικογένεια, και οι φίλοι που συνήθως γνωρίζουν για το κακό που εκείνος διαπράττει αλλά δεν κάνουν τίποτα για να το σταματήσουν. Μελέτες [4] έχουν δείξει πως ακόμα και απλοί άνθρωποι είναι ικανοί να υποβάλλουν συναδέλφους τους σε σοβαρά βασανιστήρια. Η δυνατότητα για το κακό βρίσκεται μέσα σε κάθε άνθρωπο.

Επειδή ο Θεός είναι δίκαιος κατά τον απόλυτο χαρακτήρα Του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ανθρώπινη αμαρτία, επειδή αλλιώς το μάθημα θα ήταν: ‘Ο Θεός παραβλέπει την αμαρτία’. Αλλά για να δείξει την υπέρτατη Αγάπη Του στην ανθρωπότητα και να εξιλεώσει τη σοβαρότητα της αμαρτίας, ο Θεός έστειλε τον Υιό Του, τον Ιησού, να πεθάνει για τους αμαρτωλούς ανθρώπους.

Όποιος σκανδαλίζεται με το πρόβλημα του κακού, ας δει τον Εσταυρωμένο στο Γολγοθά. Στο Σταυρό ο Χριστός δεν κουβαλά μόνο όλες τις αμαρτίες. Κουβαλά και όλο το κακό, όλο τον πόνο. Καταπίνει όλο το ποτήρι του φυσικού και ηθικού κακού. Στο Γολγοθά και με το «Χριστός ανέστη» ο Θεός λύνει το υπαρξιακό πρόβλημα του κακού.

Το περιεχόμενο αυτής της ανάρτησης περιστρέφεται κυρίως γύρω από το ερώτημα περί ηθικού κακού. Για το θέμα "Γιατί το φυσικό κακό;" ανατρέξτε στην ιστοσελίδα της Απολογητικής Ενημέρωσης και κατεβάστε το σχετικό κείμενο σε pdf.


[1]    Αυγουστίνος Ιππώνος, Εξομολογήσεις, τομ. Γ’, κεφ. 7.

[2]    Αεροπορική τραγωδία – Ο ανθρώπινος παράγοντας, «Cicero online», 8 Απριλίου 2015.

[3]    C. S. Lewis, The Problem of Pain, Λονδίνο: Collins-Fontana, 1970, σ. 21.

[4]    π.χ. τα περίφημα πειράματα Milgram στο Γέιλ και Mantell στο Μόναχο.

18 Φεβρουαρίου 2021

Νους και Ύλη

Ο Φυσικαλισμός (φυσιοκρατία) είναι μια φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι όλα τα φαινόμενα μπορούν να ερμηνευτούν μηχανιστικά με τη βοήθεια των φυσικών νόμων και της αιτιοκρατίας. Θεωρεί ότι το Σύμπαν είναι μια απέραντη «μηχανή», στερούμενη συγκεκριμένου σκοπού ύπαρξης, αδιάφορο προς τις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες. Η έννοια αυτή αποτελεί τη βάση αθεϊστικών και υλιστικών θέσεων στη σύγχρονη διανόηση.

Στο βιβλίο του «Θαύματα» [1] ο βρετανός απολογητής C. S. Lewis χρησιμοποιεί ένα ισχυρό επιχείρημα που αμφισβητεί το οικοδόμημα του Φυσικαλισμού, γράφοντας:

Ο αυστηρός υλισμός αυτό-αμφισβητείται για τον λόγο που πριν πολύ καιρό ήδη έδωσε ο καθηγητής Χάλντεϊν [2]: ‘Εάν οι νοητικές μου διαδικασίες καθορίζονται εξ’ ολοκλήρου από τις κινήσεις των ατόμων στον εγκέφαλό μου, δεν έχω κανένα λόγο να υποθέσω ότι οι πεποιθήσεις μου είναι αληθείς ... και ως εκ τούτου δεν έχω κανένα λόγο να υποθέσω ότι ο εγκέφαλός μου αποτελείται από άτομα.’ (Possible Worlds, σ. 209.) Αλλά ο Φυσικαλισμός, ακόμα κι αν δεν είναι καθαρά υλιστικός, μου φαίνεται να ενέχει την ίδια δυσκολία, αν και με μια κάπως λιγότερο προφανή μορφή. Απορρίπτει τις διαδικασίες συλλογισμού μας ή τουλάχιστον μειώνει την αξιοπιστία τους σε τόσο χαμηλό επίπεδο, ώστε να μη μπορούν πλέον [αυτές] να στηρίξουν τον ίδιο τον Φυσικαλισμό.

Με άλλα λόγια, εάν οι γνωστικές μας ικανότητες διέπονται από αμετάβλητους φυσικούς νόμους, τότε όλες οι σκέψεις, οι πεποιθήσεις και τα συμπεράσματά μας είναι – εξ’ ορισμού – μη ορθολογικά και οι σκέψεις μας δεν καθοδηγούνται από τον εγκέφαλο ή από γνήσια διανοητικά αίτια, αλλά από καθαρά υλικές αιτίες. Αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε δεν είναι λογική η πεποίθηση πως ο Φυσικαλισμός είναι αληθής. Ιδού η αυτό-αμφισβήτηση του Φυσικαλισμού. Έρχεται σε σύγκρουση με τις διανοητικές μας ιδιότητες. Σύμφωνα με τον Λούις:

Ο ευκολότερος τρόπος να το αποδείξουμε αυτό είναι να δώσουμε προσοχή στις δύο έννοιες της λέξης ‘επειδή’. Μπορούμε να πούμε: ‘Ο παππούς είναι άρρωστος σήμερα επειδή έφαγε αστακό χθες’. Επίσης μπορούμε να πούμε: ‘Ο παππούς πρέπει να είναι άρρωστος σήμερα, επειδή δεν έχει ξυπνήσει ακόμα (γνωρίζοντας ότι πάντοτε σηκώνεται νωρίς όταν είναι καλά)’. Στην πρώτη πρόταση η λέξη ‘επειδή’ δίνει μια εξήγηση με βάση την αιτία και το αποτέλεσμα: Είναι το φαγητό που τον πείραξε. Στη δεύτερη περίπτωση η χρήση της λέξης ‘επειδή’ υποδηλώνει αυτό που οι διδάσκαλοι της λογικής ονομάζουν συμπέρασμα ενός συλλογισμού: Η καθυστερημένη έγερση του ηλικιωμένου δεν είναι η αιτία, αλλά ο λόγος για τον οποίο πιστεύουμε ότι είναι αδιάθετος. Υπάρχει μια παρόμοια διαφορά μεταξύ του ‘[εκείνος] φώναξε επειδή τον έβλαψε’ (αιτία και αποτέλεσμα υλιστικών παραγόντων) και του ‘πρέπει να τον έβλαψε γιατί φώναξε’ (συμπέρασμα συλλογισμού). Είμαστε ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με το συμπέρασμα ενός συλλογισμού επειδή στο μαθηματικό σκεπτικό ‘Α ίσων Γ ισχύει επειδή, όπως έχουμε ήδη αποδείξει, τα δύο είναι ίσα με το B’. Το ένα δείχνει μια δυναμική σύνδεση μεταξύ γεγονότων ή ‘καταστάσεων’· το άλλο, τη λογική σχέση ανάμεσα σε πεποιθήσεις ή ισχυρισμούς.

Ο Φυσικαλισμός διδάσκει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος (και οι διανοητικές του ικανότητες) εξελίχτηκαν μέσω μη ορθολογικών, τυφλών, μηχανιστικών διαδικασιών. Το γεγονός ότι υπάρχει νους είναι εξαιρετικά εκπληκτικό με βάση αυτές τις προϋποθέσεις. Όπως είπε και ο βρετανός φυσικός, John Polkinghorne: «Φαίνεται απίστευτο ότι … η ικανότητα του Αϊνστάιν να συλλάβει τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας ήταν μέρος του αγώνα για επιβίωση. Ποια αξία επιβίωσης διαθέτει μια τέτοια ικανότητα;» [3]

Ο Polkinghorne ισχυρίζεται ότι η ανθρώπινη ικανότητα για αφηρημένο συλλογισμό στα πλαίσια των καθαρών μαθηματικών έχει μικρή πρακτική αξία για τον αγώνα επιβίωσης της ανθρωπότητας. Είναι συνεπώς δύσκολο να κατανοήσουμε, πώς τέτοιες σύνθετες συλλογικές ικανότητες θα μπορούσαν να εξελιχθούν από μη ορθολογικές, άσκοπες, τυφλές δυνάμεις. Η θεωρία της εξέλιξης υποστηρίζει πως ο κύριος σκοπός των γνωστικών μας ικανοτήτων είναι ότι οι πεποιθήσεις μας (αναπόφευκτα) συμβάλλουν στην επιβίωσή μας και όχι απαραίτητα στην αλήθεια. Γι’ αυτό και ο ισχυρισμός ότι όλοι μας είμαστε προϊόν μιας τυφλής εξέλιξης όπου κυριαρχεί ο Φυσικαλισμός, δεν δικαιολογεί πώς η ίδια η Εξέλιξη, ή ο Φυσικαλισμός ή η όποια άλλη πεποίθησή μας (συμπεριλαμβανομένων όλων αυτών που παράγονται από τις γνωστικές μας ικανότητές, π.χ. η ενδοσκόπηση, η αντίληψη, η μνήμη) είναι ιδέες βάσιμες. Ιδού το αυτοκαταστροφικό του συνδέσμου Φυσικαλισμός-Εξέλιξη!

Ο Νους, όπως τον θέτει ο Λούις, είναι «αρχαιότερος από τη Φύση». Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει Θεός, η ύπαρξη του ανθρώπινου νου δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Ως απόλυτα ορθολογικό προσωπικό Ον, θα έπρεπε να Τον θεωρούμε ικανό να δημιουργήσει έναν κόσμο γεμάτο επιστημονική, ηθική και αισθητική αξία. Επειδή μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο είναι δυνατό ως άνθρωποι να αγαπάμε, να γνωρίζουμε, να ενεργούμε και να δημιουργούμε.


[1]      C. S. Lewis, The Problem of Pain, 2η έκδ., Λονδίνο: Collins-Fontana, 1970, σ. 16-28.

[2]      Ο Λούις χρησιμοποιεί ως κύριο επιχείρημα κατά του φυσικαλισμού μια φράση από τα γραπτά του μαρξιστή και αθεϊστή βιοχημικού J. B. S. Haldane, καθηγητή στο Κέιμπριτζ.

[3]      John Polkinghorne, Science and Creation: The Search for Understanding (West Conshohocken: Templeton Press, 2006), σ. 29–30.

7 Φεβρουαρίου 2021

Πώς γνωρίζουμε αν υπάρχει «ψυχή»;

Η σχέση σώματος-νου είναι βασικό ζήτημα στη φιλοσοφία του νου. Ο δυϊσμός σώματος-νου είναι θεώρηση κατά την οποία νοητικά φαινόμενα είναι μη-φυσικά. «Νους» και «σώμα» είναι οντότητες διακριτές. Οι ρίζες αυτού του δυϊσμού βρίσκονται στον Πλάτωνα που υποστήριζε ότι ο νους είναι ανεξάρτητα υπάρχουσα ουσία. Ο δυϊσμός περιλαμβάνει σειρά απόψεων περί νου και ύλης, υποκείμενου και αντικείμενου, σε αντίθεση με άλλες θέσεις, όπως τον φυσικαλισμό [1], που είναι στενά συνδεδεμένος με τον υλισμό ο οποίος, βασιζόμενος στην ύπαρξη μίας ουσίας και σε αντίθεση με το δυϊσμό, θεωρεί τα πάντα φυσικά, δηλαδή ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα (και πάνω) από το φυσικό.

Πολλοί σύγχρονοι επιστήμονες του νου έχουν υιοθετήσει τη φυσικαλιστική θέση, ότι δηλαδή ο νους δεν είναι κάτι ξεχωριστό από το σώμα. Εξακολουθούν να ρωτούν πώς υποκειμενικές ποιότητες και ιδιαίτερα η αποβλεπτικότητα των νοητικών καταστάσεων και ιδιοτήτων μπορούν να εξηγηθούν με νατουραλιστικούς όρους, ευελπιζόμενοι πως η επιστήμη θα διαλευκάνει πολλά από τα θέματα αυτά· ωστόσο, αυτά απέχουν ακόμη πολύ από το να λυθούν. Αντιθέτως, θεϊστές φιλόσοφοι θεωρούν τον φυσικαλισμό μια λαθεμένη κοσμοθεωρία. Μεταξύ αυτών και ο Τζέιμς Πόρτερ Μόρλαντ, ο οποίος στο βιβλίο αυτό βλέπει τέσσερις ενδείξεις σχετικά με το πώς μπορεί να γνωρίζει κανείς ότι υπάρχουν νοητικές ιδιότητες και συγκεκριμένα αυτό που κοινώς ονομάζουμε «ψυχή».

Μια πρώτη ένδειξη για τον Μόρλαντ είναι αυτό που συνειδητά ονομάζουμε «εγώ» ενδοσκοπούμε. Πρόκειται εδώ για κάτι ξεχωριστό από το σώμα που μας κάνει να γνωρίζουμε τον εσωτερικό μας άνθρωπο, συναισθήματα και διαθέσεις, ανεξάρτητα από το σώμα μας.

Σαν δεύτερη ένδειξη βλέπει ο Μόρλαντ το φαινόμενο των επιθανάτιων εμπειριών [2]. Τις θεωρεί ισχυρό δείκτη για το ότι ο «εαυτός μας» μπορεί να υπάρχει από μόνος του, ακόμα και σε κατάσταση αδυναμίας. Έννοιες όπως η ελεύθερη βούληση, η ηθική, αντιλήψεις περί ενοχής ή αθωότητας συνδέονται με την ψυχή η οποία φαίνεται να επιβιώνει σε φυσιολογικές αλλαγές του σώματος ή του εγκεφάλου. «Μπορώ να επιζήσω, αν κάποια μέρη του εγκεφάλου ή του σώματός μου
  έχουν αφαιρεθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι λιγότερο ο εαυτός μου», γράφει χαρακτηριστικά.

Ως τρίτη ένδειξη πρέπει, κατά τον Μόρλαντ, να θεωρηθεί το γεγονός ότι κανένας δεν μπορεί να ερευνήσει την (υποκειμενική) αντίληψη ενός ατόμου περί «εαυτού». Καθώς η επιστήμη περιγράφει τον κόσμο αποκλειστικά στο τρίτο πρόσωπο, η ιδιωτικότητα του ατόμου, δηλαδή αυτό που το καθιστά «ψυχή», μεταφέρει την κάθε εμπειρία του στο πρώτο πρόσωπο, αποκλειστικά.

Ως τέταρτη ένδειξη πρέπει να θεωρηθεί το «είναι» ενός ατόμου, το οποίο παραμένει σταθερό και καθιστά την ταυτότητά του. Μπορεί με την πάροδο του χρόνου η εμφάνισή του να αλλάζει (π.χ. τα μαλλιά του ασπρίζουν), όμως αυτό που ορίζει το άτομο, η «ταυτότητά» του, παραμένει η ίδια. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι αναμνήσεις δεν συσσωρεύονται στον εγκέφαλο, αλλά στην ψυχή, γράφει.

Η Βίβλος περιγράφει την ψυχή ως πραγματική, άυλη ουσία που παρέχει στο σώμα ζωή και συνίσταται σε αυτό που ονομάζουμε «συνείδηση». Η συνείδηση περιγράφεται από ανθρώπινες νοητικές καταστάσεις (τις οποίες ο Μόρλαντ διαφοροποιεί από τις καταστάσεις του εγκεφάλου ή των νευρώνων του). Υπάρχουν πέντε είδη νοητικών καταστάσεων: Πρώτον, οι αισθήσεις, όταν αυτές ευαισθητοποιούνται από θεάματα, ήχους, τον πόνο ή άλλες αισθησιακές εμπειρίες. Δεύτερον, οι επιθυμίες που συνδέονται με τις κλίσεις ενός ανθρώπου. Τρίτον, οι σκέψεις, δηλαδή νοητικά στοιχεία έκφρασης ή κατανόησης. Τέταρτον, οι πεποιθήσεις που συμπεριλαμβάνουν απόψεις διαφοροποιημένου βαθμού. Και τελικά, οι πράξεις βούλησης με σκοπό την εκπλήρωση κάποιων προθέσεων ή την επίτευξη ενός στόχου ως αιτίες δράσης.

Ο Μόρλαντ θεωρεί τις ικανότητες της ψυχής ως αισθησιακές, βουλητικές, συναισθηματικές και πνευματικές. Η Βίβλος δείχνει να ξεχωρίζει την ψυχή από τον νου (ή και το πνεύμα) του ανθρώπου. Κάνοντας χρήση της πνευματικής του ικανότητας, ο άνθρωπος είναι σε θέση να αγαπάει τον Θεό επικοινωνώντας πνευματικά μαζί του, κάτι το αδιανόητο για την φυσικαλιστική/νατουραλιστική άποψη.

Υπάρχει όμως αντικειμενική απόδειξη για την ύπαρξη της ψυχής; Ο Μόρλαντ θεωρεί πως ναι! «Ως πρόσωπα είμαστε σε θέση να κάνουμε άλλους να μας αναγνωρίζουν ως συνειδητά όντα μέσω της ικανότητάς μας να επικοινωνούμε μαζί τους σε πραγματικό χρόνο (π.χ. σε συνειδητές συνομιλίες μαζί τους). Επίσης, η ικανότητά μας να παραμένουμε οι ίδιοι, παρά τη συνεχή αλλαγή της φυσικής μας ‘δομής’ με την πάροδο του χρόνου μπορεί να εξηγηθεί μόνο μεταφυσικά», θεωρεί.


[1]     ή και φυσιοκρατία (νατουραλισμός).

[2]     Έχουν διεξαχθεί και πρόσφατα μελέτες που ερευνούν και καταγράφουν το φαινόμενο αυτό επιστημονικά. Βλ. ιστοσελίδα in.gr: https://www.in.gr/2020/02/02/health/health-news/ereyna-o-thanatos-einai-thetiki-empeiria/ (ανάκτηση 20/4/2025).