13 Δεκεμβρίου 2022

Ο πειραματισμός με τον Χριστό

Μια από τις αρχές πού χαρακτηρίζουν την νοοτροπία του αιώνα μας είναι η σπουδαία αρχή του πειραματισμού. Πολύ ορθό το πνεύμα του αιώνα μας, εμπνεόμενο από το επιστημονικό πνεύμα, έχει διακηρύξει ότι το πείραμα είναι το σπουδαιότερο μέσο που θα μας δώσει την αλήθεια. Αλλά κατά μια αφάνταστη επιπολαιότητα, ο αιώνας μας έχει πεισματικά αποφύγει να πειραματισθεί με το Ευαγγέλιο του Χριστού, δηλαδή έχει αποφύγει το μόνο δρόμο που θα μπορούσε ν’ αλλάξει ριζικά τον άνθρωπο, ν’ αναγεννήσει ριζικά την οικογένεια και να δημιουργήσει, επομένως, την μόνη ευτυχισμένη κοινωνία, που να είναι άξια του ονόματος και της αποστολής της.

Δεν θέλουμε να εξετάσουμε, προς το παρόν, τους λόγους -- δικαιολογημένους ή όχι -- για τους οποίους ο αιώνας μας αισθάνεται ένα είδος αποστροφής απέναντι στο Ευαγγέλιο του Χριστού, θέλουμε μόνο να εκφράσουμε δύο-τρεις σκέψεις, πώς το Ευαγγέλιο του Χριστού ισχυρίζεται ότι μπορεί να μεταβάλει ριζικά τους ανθρώπους και κάτω από ποιους όρους προτείνει τον μεγάλο και σπουδαιότατο αυτόν πειραματισμό.

Πρώτα-πρώτα, τί είναι Ευαγγέλιο του Χριστού; Το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι μήνυμα, που έρχεται από τον Χριστό προς την ανθρωπότητα· είναι ένα άγγελμα χαρμόσυνο, όπως άλλωστε και η λέξη το φανερώνει.

Τί λέγει στον άνθρωπο το άγγελμα αυτό; Του λέγει ότι η εσωτερική του ζωή έχει θολώσει και μολυνθεί και ότι η μόνη θεραπεία είναι να γίνει μέσα του αρχή μιας άλλης ζωής, από άλλη πηγή· όχι από τον άνθρωπο, αλλά από τον ζωντανό Χριστό. Το ότι η ζωή του ανθρώπου έχει θολώσει και μολυνθεί, φαίνεται από την άγνοια των βασικών αληθειών που έχει μέσα του· δηλαδή άγνοια περί του τί είναι ο άνθρωπος, ποιος ο σκοπός της ζωής του, και ποιο το κατάντημα του αφού δοκιμάσει την εμπειρία του θανάτου. Όταν σ’ αυτά τα κεφαλαιώδη σημεία ο άνθρωπος έχει άγνοια, δεν μπορεί να βρει τον κανονικό δρόμο του, -- σαν το πλοίο που έχει την πυξίδα του χαλασμένη. Ο άνθρωπος, λοιπόν, πάσχει στο εσωτερικό του, πάσχει στην ψυχή του και γι’ αυτό οι εκδηλώσεις στη ζωή του είναι σκοτεινές και ανώμαλες· είναι εκδηλώσεις, που κάνουν τη ζωή πραγματική κόλαση.

Αφού η πάθηση, λοιπόν, είναι πνευματική, γίνεται φανερό πως και η θεραπεία πρέπει να είναι πνευματική. Αφού το θολό και πλανεμένο πνεύμα δημιουργεί τους δύσκολους κόμπους και την ανωμαλία στη ζωή, είναι ευνόητο πως το φωτισμένο πνεύμα -- το πνεύμα της αλήθειας -- όταν εγκατασταθεί μέσα στον άνθρωπο, θα φέρει τις εκδηλώσεις της φωτεινής κι αληθινής ζωής.

Πνεύμα λοιπόν η πηγή του κακού, πνεύμα πάλι η πηγή του αγαθού. Ο Χριστός εμφανίζεται στον κόσμο, προσφερόμενος να δεχθεί τον κάθε άνθρωπο και να του μεταδώσει τη δύναμη και τη ζωή. Μας καλεί όλους να πειραματισθούμε μαζί Του.

Ο πειραματισμός όμως, καθώς και κάθε πειραματισμός στη ζωή, για να επιτύχει πρέπει να γίνει υπό ορισμένους όρους, αλλιώτικα αποτυγχάνει. Ποιοι λοιπόν, είναι οι όροι του πειραματισμού με τον Χριστό;

Πρώτα, είναι η αναγνώριση του σκότους και της αδυναμίας της ανθρώπινης ψυχής να χαράξει μόνη της γραμμές και να λύσει τα προβλήματα για τον άνθρωπο, για το σκοπό της ζωής και της αιώνιας τύχης, ύστερα από το θάνατο. Κατόπιν είναι η επιθυμία του ανθρώπου να ζητήσει με ειλικρίνεια την αλήθεια δίχως προκατάληψη κι όταν την βρει να την ανυψώσει πιο πάνω από τον εαυτό του, για να την υπηρετήσει χωρίς καμία υστεροβουλία.

Αυτές οι δυο προϋποθέσεις κάνουν τον άνθρωπο ικανό να καταλάβει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι πράγματι εκείνο που λέει το Ευαγγέλιο γι' Αυτόν. Δηλαδή, είναι το υπερβατικό μπασμένο μέσα στην Ιστορία για να δώσει στον άνθρωπο που ποθεί Σωτηρία κι αιώνια ζωή.

Κάτω από τους παραπάνω δύο όρους, ο άνθρωπος θα αντιληφθεί την θεία δόξα που ακτινοβολεί ο χαρακτήρας του Ιησού και η πίστη θα ριζώσει ζωντανή στα βάθη του. Η πίστη αυτή δεν είναι αυθυποβολή, γιατί στηρίζεται σ' έρευνα ιστορική και σε βάσεις λογικές που αποτελούν το θεμέλιό της. Η πίστη αυτή είναι το χέρι της καρδιάς που πνευματικά απλώνεται πάνω στον ζωντανό Λυτρωτή, όπως το χέρι της αιμορροούσας πάνω στο φόρεμα Του, όταν ήτανε εδώ στη γη (Ματθ. 9/20).

Δια μέσου της πίστεως, βροντοφωνεί ο Παύλος, θα πάρουμε το πνεύμα (Γαλ. 3/2). Το πνεύμα του Χριστού, το πνεύμα της αλήθειας, το πνεύμα της ζωής. Και η μελέτη μας στα λόγια του Χριστού και η προσευχή μας προς Αυτόν σαν τον μόνο Σωτήρα μας, θα φέρουν μέσα μας το Νέο Πνεύμα με τους καινούργιους καρπούς του. Θα γίνει μέσα μας ένα θαύμα -- το θαύμα της αναγέννησης.

Έτσι ριζικά στα βάθη μας φωτιζόμαστε, καινουργιώνουμε και βρίσκουμε το δρόμο της αληθινής ζωής, σαν άτομα, σαν οικογένειες, σαν κοινωνίες. Το βεβαίωσε ο Ίδιος: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου· ο ακολουθών μοι ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωαν. 8/12).

Πηγή: Αρχείο του Κώστα Μεταλληνού, δρ. Μαθηματικών.

20 Αυγούστου 2022

Πως να κατανοήσουμε τα κείμενα του βιβλίου της Γένεσης;

Ο άνδρας πλασμένος από πηλό, η γυναίκα από τα πλευρά του. Ένα φίδι που μιλάει. Δυο μυστηριώδη δέντρα. Μια τεράστια πλημμύρα. Σύγχυση των γλωσσών. Έτσι ξεκινάει το αφήγημα του βιβλίου της Γένεσης. Πώς να κατανοήσουμε τις ιστορίες αυτές; Συνέβησαν όλα όπως μας περιγράφονται; Ενδείκνυται το βιβλίο της Γένεσης για την κατανόηση της ανθρώπινης ιστορίας μας με ακρίβεια;

Η οποιαδήποτε αφήγηση περασμένων γεγονότων μπορεί να θεωρηθεί ιστορία. Η Γένεση μιλάει για γεγονότα του παρελθόντος — π.χ. για τη δημιουργία του κόσμου και των ανθρώπων από τον Θεό — έτσι, και υπό αυτή την έννοια, η Γένεση είναι ιστορία, θεολογική ιστορία, και χρησιμοποιεί μεταφορική γλώσσα σε ορισμένες από τις περιγραφές της. Ο συγγραφέας της Γένεσης δεν ενδιαφέρεται να μας πει πώς ο Θεός δημιούργησε (δηλαδή με επιστημονικούς όρους) τον κόσμο ή πόσο διήρκεσε η δημιουργική πράξη.

Ως Χριστιανοί πιστεύουμε ότι η Γένεση είναι μια αληθινή αφήγηση που, όπως και άλλες αρχαίες αφηγήσεις, χρησιμοποιεί ζωντανές εικόνες για να περιγράψει γεγονότα του παρελθόντος. Σιωπά για τα επιστημονικά ερωτήματα που θα θέλαμε ίσως να μας απαντήσει. Η προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι το νόημα δεν είναι απλό. Για παράδειγμα, στο Γένεση κεφ. 1, γίνεται λόγος για τρία βράδια και τρία πρωινά χωρίς ήλιο, σελήνη και αστέρια, επομένως δεν μπορεί να εννοεί κανονικές μέρες, αν και αυτές λειτουργούν έτσι στο κείμενο· πρόκειται μάλλον για λογοτεχνικές «μέρες». Ή, αν σκεφτούμε το εδάφιο στο Γένεση 2/7, όπου ο Θεός μορφώνει τον Αδάμ από χώμα και πνέει στα ρουθούνια του τη ζωή. Πρόκειται για μεταφορική γλώσσα, γιατί γνωρίζουμε από άλλα χωρία της Βίβλου ότι ο Θεός είναι Πνεύμα χωρίς χέρια και πνεύμονες.

Η αυθεντία του βιβλίου της Γένεσης

Η Γένεση είναι εμπνευσμένος λόγος του Θεού. Αλλά κανένας ανθρώπινος παρατηρητής δεν ήταν παρών κατά τη δημιουργία του κόσμου. Ο Θεός δεν υπαγόρευσε απλώς μια μεταγραφή φαινομένων ή γεγονότων στον συγγραφέα της. Η έμπνευσή της δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.

Στο Γένεση κεφ. 1 βρίσκουμε την αφήγηση ενός Ιουδαίου συγγραφέα σχετικά με τις δημιουργικές πράξεις του Θεού η οποία κοινοποιήθηκε σε ένα ιουδαϊκό κοινό. Πιστεύουμε ότι η κατανόηση του αφηγητή της Γένεσης είναι θεόδοτη και ως εκ τούτου τη δεχόμαστε έτσι, ότι δηλαδή προσφέρει έγκυρη και αληθινή κατανόηση του κόσμου. Ωστόσο, δεν είχε σκοπό να μας οδηγήσει σταθερά να ανασυνθέσουμε τα γεγονότα της δημιουργίας σύμφωνα με την επιστημονική κατανόηση του σήμερα ή να ικανοποιήσουμε κάποιες απαιτήσεις της σύγχρονης κοσμοθεωρίας μας.

Το είδος και το λογοτεχνικό ύφος του βιβλίου της Γένεσης

Ερωτήματα περί ιστορίας αφορούν στο είδος μιας αφήγησης. Συχνά, όταν οι άνθρωποι προσδιορίζουν τη Γένεση ως ιστορία, υποστηρίζουν την ταύτισή της με είδη όπως ο μύθος ή άλλες μορφές λογοτεχνικού ύφους όπως η ποίηση. Ίσως να πιστεύουν ότι η αναγνώριση της Γένεσης ως μύθου ή ποίησης υπονομεύει ή διακυβεύει τους ισχυρισμούς της περί αλήθειας. Η αλήθεια όμως μεταδίδεται μέσα από ποικίλα είδη ή λογοτεχνικά σχήματα. Πρέπει γι’ αυτό να ρωτήσουμε, πώς το βιβλίο της Γένεσης εκφράζει την αλήθεια – ποιες είναι οι προθέσεις του αφηγητή.

Το βιβλίο της Γένεσης αναμειγνύει  την αλήθεια σε μεγάλο βαθμό με αφηγήματα διανθισμένα με γενεαλογίες. Τα κεφάλαια 1–11 περιγράφουν την απαρχή  της ανθρώπινης φυλής και την διαθήκη του Θεού με τον Αβραάμ. Τα κεφάλαια 12-50 αφηγούνται σημαντικές εξελίξεις στην ιστορία της οικογένειας του Αβραάμ, των προγόνων του Ισραήλ, παρέχοντας έτσι το πλαίσιο της διαθήκης που έκανε ο Θεός με τον Ισραήλ στο Σινά. Τα πρώτα γεγονότα που περιγράφονται — συμπεριλαμβανομένων των αφηγήσεων περί δημιουργίας (κεφ. 1–2) και την  πράξη ανυπακοής των πρωτοπλάστων, του Αδάμ και της Εύας (κεφ. 3), — είναι τα αρχικά επεισόδια της ανθρώπινης ιστορίας που οδηγούν στην ιστορία του Ισραήλ.

Μπορούμε να επωφεληθούμε από τον τρόπο με τον οποίο οι αφηγήσεις στην Παλαιά Διαθήκη και στον αρχαίο κόσμο ενσωμάτωσαν την αλήθεια που σχετίζεται με γεγονότα του παρελθόντος. Ακόμη και όταν οι αφηγήσεις τους πραγματεύονται γεγονότα, αυτά λειτουργούν ως μέσο για έναν θεολογικό σκοπό.

Μέσο για έναν θεολογικό σκοπό

Στις αφηγήσεις αυτές – αρχαίες ή σύγχρονες – σπάνια πρόκειται για ωμές περιγραφές γεγονότων όπως αυτά συνέβησαν στο χρόνο. Πάρτε για παράδειγμα ένα τηλεοπτικό ριάλιτι σόου. Όταν γυρίζεται ένα επεισόδιο χρησιμοποιούνται συγχρόνως πολλές κάμερες για την καταγραφή πολλών γεγονότων και συνομιλιών. Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης επιλέγει, τακτοποιεί και επεξεργάζεται το ακατέργαστο υλικό για να δημιουργήσει μια συνεκτική ιστορία που συνάδει με το πρόγραμμα της παράστασης. Ούτε ο σκηνοθέτης θα ήταν απόλυτα σίγουρος από την αρχή, ούτε οι θεατές θα περίμεναν ότι θα ήταν δυνατό να ανασυγκροτηθεί το ακατέργαστο υλικό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλήξει στο προσδοκώμενο τελικό προϊόν. Η κατάσταση είναι παρόμοια με οποιαδήποτε άλλη ιστορική αφήγηση που δεν είναι παρά μια επιλεκτική αφήγηση γεγονότων για να εξυπηρετήσει έναν συγκεκριμένο σκοπό, και δεν διαφέρει από τις αρχαίες αφηγήσεις όπως στη Γένεση. Οι αρχαίοι συγγραφείς ενδιαφερόντουσαν περισσότερο για το νόημα των γεγονότων παρά για τις λεπτομέρειές τους. Υπό αυτή την έννοια, τέτοιες αφηγήσεις δεν είναι σαν τις σύγχρονες ιστορικές αφηγήσεις. Αν προσπαθούσαμε να αναγάγουμε το καταγεγραμμένο συμβάν σε μια σειρά από ισχυρισμούς σε στυλ προτάσεων, θα χάναμε ολόκληρη την ουσία της αφήγησης.

Στις αρχαίες αφηγήσεις πρόκειται λοιπόν για ερμηνείες του παρελθόντος, που γενικά δεν γράφτηκαν απλώς για να το περιγράψουν, αλλά μάλλον για να εξυπηρετήσουν κάποιο σκοπό. Βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και αληθινά πρόσωπα, αλλά δεν αποσκοπούν στο να εξερευνήσουν «τι πραγματικά συνέβη» με την έννοια που ίσως αναμένουν οι σύγχρονοι αναγνώστες. Αντίθετα, οι αφηγήσεις αυτές απευθύνονταν στον κόσμο της εποχής του αφηγητή, ρίχνοντας φως στον κόσμο εκείνο και δίνοντας την προοπτική να αγκαλιαστούν από τους ακροατές τους. Είναι η οπτική αυτή που ο αφηγητής σκοπεύει να μεταφέρει στο κοινό του. Οι λεπτομέρειες σπάνια χρησιμεύουν για μια ανασύσταση των γεγονότων του παρελθόντος.

Η περίπτωση του κατακλυσμού στο Γένεση 6–9

Ας δούμε πώς εφαρμόζεται αυτή η προσέγγιση σε μια από τις πιο διάσημες ιστορίες της Γένεσης, την ιστορία του Νώε και του κατακλυσμού. Η ιστορία του κατακλυσμού πιθανότατα βασίζεται σε ένα σύνολο ακόμα πιο αρχαίων ιστοριών για ένα πραγματικό καταστροφικό περιφερειακό συμβάν πλημμύρας στην αρχαία Εγγύς Ανατολή. Αυτοί οι παλαιότεροι θρύλοι αποτελούσαν μέρος του πολιτιστικού σκηνικού στο οποίο γράφτηκε η Γένεση. Ο εμπνευσμένος συγγραφέας αναδιατυπώνει κάποια στοιχεία αυτών των παλαιότερων ιστοριών κάνοντας χρήση αρχαίων λογοτεχνικών πηγών προκειμένου να διδάξει για τη σοβαρότητα της αμαρτίας, την αγάπη και το έλεος του Θεού για τη δημιουργία του. Η ιστορία κάνει χρήση και συμβολικής γλώσσας για να εξυπηρετήσει τα θεολογικά αυτά σημεία της.

Όπως ολόκληρο το βιβλίο της Γένεσης, η ιστορία του κατακλυσμού είναι μέρος της αποκάλυψης του Θεού στην ανθρωπότητα. Ενημερώνει τον λαό του Ισραήλ για τη σχέση του Θεού με τη δημιουργία, με τον Ισραήλ ως τον εκλεκτό λαό του. Πρόκειται για αποκάλυψη του Θεού στον λαό του και όχι για επιστημονική περιγραφή ωμών γεγονότων φυσικής ιστορίας. Στην προσπάθειά τους να ανασυνθέσουν τις λεπτομέρειες του «τι πραγματικά συνέβη», πολλοί σήμερα χάνουν το θεολογικό μήνυμα της ιστορίας αυτής.

Η ιστορία της Γένεσης

Οι αφηγήσεις στο βιβλίο της Γένεσης επικεντρώνονται σε αυτό που θα ονομάζαμε σύγκρουση και επίλυση. Ο σκοπός του Θεού από την αρχή είναι να γεμίσει η γη με την παρουσία του. Οι άνθρωποι απεικονίζουν τον Θεό και υποτάσσουν τη γη, επιφέροντας τάξη και καρποφορία στη δημιουργία (Γεν. 1–2). Η σύγκρουση εισχωρεί στην ιστορία όταν οι άνθρωποι επαναστατούν εναντίον του Θεού (Γεν. 3). Η ειρήνη του Θεού συντρίβεται και η γη καταντά καταραμένη. Ένας περαιτέρω εκφυλισμός ξεκινά (Γεν. 4-6) έως ότου ο Θεός φέρει κρίση και έλεος (Γεν. 6-9). Στη συνέχεια, οι άνθρωποι προσπαθούν να αποκαταστήσουν την παρουσία του Θεού (Γεν. 11) προτού ο Θεός ξεκινήσει τη δική του πρωτοβουλία για να αποκαταστήσει την παρουσία του στη γη (με μια διαθήκη).

Στο Γένεση 1–11 λοιπόν, βρίσκουμε την  απαρχή της  ιστορίας της ανθρωπότητας η οποία καταλήγει σε κρίση. Οι αφηγήσεις δίνουν μια πραγματική και αληθινή εκτίμηση των αρχικών σκοπών του Θεού αλλά και της ανθρώπινης δυστυχίας. Κατόπιν, στο Γένεση 12–50, βρίσκουμε την ιστορία του λαού Ισραήλ με τον οποίο ο Θεός επισυνάπτει μια διαθήκη η οποία πραγματοποιείται φανερά στο όρος Σινά. Η διαθήκη αυτή καθιερώνει τη σχέση του με τον Αβραάμ και τους απογόνους του, παρέχει τη δομή για τη ζωή στην παρουσία του Θεού και θέτει τα θεμέλια για την εγκαθίδρυση της παρουσίας του Θεού στη γη.

Συμπεράσματα

Κάθε αφήγηση έχει σκοπό και προοπτική. Οι περιγραφές στο βιβλίο της Γένεσης βρίσκονται ανάμεσα στις αρχαίες αφηγήσεις, που γράφτηκαν και συγκεντρώθηκαν από όσους μοιράζονται τον πολιτισμό και το λογοτεχνικό ύφος που επικρατούσε στον αρχαίο κόσμο. Όπως οι αφηγήσεις των αρχαίων λαών της Εγγύς Ανατολής, έτσι και οι αφηγήσεις στο βιβλίο της Γένεσης προσπερνούν όλες τις λεπτομέρειες εκτός από εκείνες που ο αφηγητής πιστεύει ότι είναι σημαντικές για τη διαμόρφωση του μηνύματος για τον συγκεκριμένο σκοπό του.

Συνεπώς, οι αφηγήσεις της δημιουργίας δεν περιλαμβάνονται στη Γραφή ως στοιχεία άμεσης μετάδοσης από τον Θεό για την προ-ανθρώπινη ιστορία. Βρίσκονται εκεί επειδή για τον εμπνευσμένο συγγραφέα η ερμηνεία της παρούσας κατάστασής του μέσω της αφήγησης των γεγονότων του παρελθόντος, αποκαλύπτει την αλήθεια για τον Θεό και τους σκοπούς του.

Η αλήθεια της Γένεσης δεν πρέπει να κρίνεται από το αν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για να ανασυνθέσουμε κάποια «επιστημονικά στοιχεία» περί δημιουργίας. Ο συγγραφέας κατέγραψε γεγονότα του παρελθόντος (π.χ. δημιουργία του σύμπαντος και της ανθρωπότητας, την αρχική της αθωότητα καθώς και την αποστασία της), χρησιμοποιώντας υποβλητικές εικόνες.

Όλοι οι Χριστιανοί που διαβάζουν τη Βίβλο με ένα τέτοιο πνεύμα, ανακαλύπτουν τη σημασία και τη συνάφεια των κειμένων αυτών για τη ζωή τους.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην ιστοσελίδα https://biologos.org  με τίτλο «Is Genesis real history? - Common-questions»

9 Ιουλίου 2022

Λόγος και Πανθεϊσμός

Οι περισσότεροι Έλληνες φιλόσοφοι συμφωνούσαν πως η πραγματικότητα κυριαρχείται στην ουσία από ένα είδος παγκόσμιας λογικής και πως ο άνθρωπος, με τις ικανότητές του, ήταν σε θέση να αναγνωρίσει αυτή τη λογική.

Η παγκόσμια αυτή λογική είναι ο «νους» κατά τον Αριστοτέλη, δηλαδή ένα καθαρό πνεύμα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο απόστολος Ιωάννης αισθάνεται την ανάγκη να αρχίσει το Ευαγγέλιό του αναφερόμενος στο Λόγο, τον οποίο θεωρεί θείο Πρόσωπο, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αντιλήψεις στις οποίες επικρατούσε το στοιχείο του απρόσωπου,

Ο φυσικός μας κόσμος, όπως τον αντιλαμβανόμαστε, είναι ένας κόσμος του «γίγνεσθαι» και του οποίου οι αλλαγές υπακούν σ' ένα νόμο που στηρίζεται στη λογική τάξη του κόσμου. Αυτός ο Λόγος είναι ταυτόχρονα και το «τέλος» δηλαδή ο σκοπός της κάθε εξέλιξης, είναι το «εις Αυτόν» της Καινής Διαθήκης.

Στην αρχαία όμως φιλοσοφική αντίληψη δεν είναι κάποιος προσωπικός δημιουργός Θεός, αλλά μια άχρονη σκέψη που διανοείται μόνη της. Έτσι έχουμε την έναρξη, του απρόσωπου φιλοσοφικού ιδεαλισμού στο σταθερό «είναι» του Παρμενίδη, και στην ιδέα του αγαθού του Πλάτωνα, ενώ στον Αριστοτέλη είναι η πρώτη ουσία, το πρώτο κινούν η άυλη και αιώνια οντότητα.

Αυτή η αριστοτελική όμως φιλοσοφική μεταφυσική υπολανθάνει σε όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά κινήματα, σαν ιδέα μιας παγκόσμιας λογικής που βρίσκεται παντού.

Υπάρχει δηλαδή μια παλιά ισχυρή παράδοση που θέλει το «πνεύμα», τον καθαρό λόγο, να έχει το προβάδισμα σε σχέση με την εμπειρία των αισθήσεων (εξαίρεση αποτελεί η νεότερη βρετανική φιλοσοφία με τους εκπροσώπους του εμπειρισμού – Τζον Λοκ, Ντέιβιντ Χιουμ, κ.α. – και οι φιλόσοφοι του αρχαίου υλισμού – Δημόκριτος, Επίκουρος – όπως και οι νεότεροι και περισσότεροι οπαδοί του Διαφωτισμού, του Θετικισμού και του σύγχρονου Υλισμού).

Η υπόθεση ενός παγκόσμιου απρόσωπου πνεύματος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η φιλοσοφική θεμελίωση του διαχρονικού Πανθεϊσμού. Στην ύστερη – ελληνιστική –  αρχαιότητα, στη σκέψη των στωικών φιλοσόφων, ο Θεός δεν υπάρχει έξω από τον κόσμο, αλλ' είναι ταυτόσημος με τον «λόγο», τη συμπαντική λογική που περιλαμβάνει τα πάντα, μέσα σ' ένα σύμπαν αιώνιο και ανακυκλούμενο. Πρόκειται δηλαδή για την ιδεολογικοποίηση της λατρείας της κτίσης, μιας κτίσης που στους στωικούς προσλαμβάνει ντετερμινιστική διάσταση. Αυτός ήταν ο βαθύτερος λόγος που ο Παύλος στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο μίλησε για προσωπικό δημιουργό Θεό που κατευθύνει την ιστορία γραμμικά και προς ορισμένο χρονικά τέλος και τέλος του παρόντος σύμπαντος, σε αντίθεση με τη στωική και υπόλοιπη αρχαία πίστη περί απρόσωπου «λόγου» και αιώνιου ανακυκλούμενου σύμπαντος. Η πανθεϊστική αυτή λογική συνδέει τον άνθρωπο με τον συμπαντικό παγκόσμιο «νου». Και βρίσκεται σε σαφή αντίθεση με την ιουδαιο-χριστιανική παράδοση, η οποία αποδέχεται την ύπαρξη ενός προσωπικού Θεού, που βρίσκεται έξω από τον κόσμο, τον οποίο ο ίδιος δημιούργησε από το μηδέν. Στην ύστερη νεοπλατωνική και στην αυγουστινιανή χριστιανική φιλοσοφία, θεωρείται η λογική κατώτερη από την πίστη και που δεν μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην ανθρώπινη αντίληψη και την αλήθεια του Θεού.

Γενικά, η βασική φιλοσοφική διαφορά μεταξύ αρχαίας φιλοσοφίας και χριστιανικής πίστης είναι η διδασκαλία της εκκλησίας που θέλει τον κόσμο να έχει μια αρχή στο χρόνο (θεωρία της μεγάλης έκρηξης) και τον Θεό να δημιουργεί τον κόσμο εκ του μη όντος, σε αντίθεση με την αρχαία (αλλά και σύγχρονη σε πολλούς) πίστη στο αδημιούργητο και αιώνιο του κόσμου. Ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη σημασία του «μη αγαπάτε τον κόσμο».

Τις απόψεις της πανθεϊστικής πίστης, πολύ αργότερα, στον 16ο  αιώνα, εξέφρασε ο Τζιορντάνο Μπρούνο και ο πνευματικός του επίγονος, ο Σπινόζα. Στους νεότερους χρόνους πέρασε στον Έγελο. Σ' όλους αυτούς τους εκπροσώπους του Πανθεϊσμού (αρχαίοι και σύγχρονοι) θεός και φύση ταυτίζονται. Και η σκέψη ενός παγκόσμιου Νου που να διαπερνά την πραγματικότητα αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της φιλοσοφίας του γερμανικού ιδεαλισμού, έτσι ώστε ο Φίχτε, ο Σέλινγκ, ιδιαίτερα όμως ο Έγελος, στηρίχτηκαν στον κύριο εκπρόσωπο του νεότερου πανθεϊσμού, το Σπινόζα.

Ο παγκόσμιος αυτός νους του Έγελου, δεν υπερίπταται έτσι τυχαία πάνω από τα κεφάλια μας, αλλ' είναι (κατά τον Έγελο) αυτός που αποτελεί την προσωπική μας κληρονομιά, τη βάση της ιστορίας και του πολιτισμού και την προσπάθεια του ανθρώπου να καταλάβει τον εαυτό του και τον κόσμο. Πιθανόν η σύγχρονη ηλεκτρονική «νοόσφαιρα» της παγκόσμιας πληροφορικής, να αποτελεί μια τεχνολογική έκφραση αυτού του «παγκόσμιου νου».

Στο βάθος όμως όλων αυτών μπορεί κανείς να διακρίνει την ψυχολογία της ειδωλοποίησης του ενδοκόσμιου ανθρώπινου πνεύματος και της θεοποίησης της φύσης, σε πλήρη αντίθεση με το εξωκόσμιο θείο Πνεύμα και Πρόσωπο, όπως η Βίβλος το παρουσιάζει και η χριστιανική πίστη το αποδέχεται.

Κείμενο του Πέτρου Η. Γιαννακάκου, ιατρού και συγγραφέα. 

 

17 Ιουνίου 2022

Είναι η πίστη στο Θεό μια αυταπάτη;

Όταν ήμουν φοιτητής, τη δεκαετία του ’70, στα πανεπιστήμια κυριαρχούσαν οι ιδέες του Μαρξ, του Φόιερμπαχ και του Φρόιντ. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν τις ιδέες των ανθρώπων αυτών να πολεμήσουν τον Χριστιανισμό. Το επιχείρημα που βασιζόταν στις ιδέες του Φρόιντ κατηγορούσε τους χριστιανούς ότι είναι θύματα του πατρικού τους συμπλέγματος κι ότι χρησιμοποιούν το Θεό για να καλύψουν την ‘ανάγκη’ για έναν πατέρα που τους αγαπά και τους φροντίζει. Η θρησκεία γι’ αυτούς δεν ήταν παρά μια αυταπάτη, όπως δίδασκε και ο Φρόιντ.

Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου η μελέτη του ψυχολόγου Πωλ Βίτς με τίτλο «Η Ψυχολογία του Αθεϊσμού»[1]. Ο Βιτς για πολλά χρόνια υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Στη σύντομη αυτή μελέτη του ασχολείται με την «θεωρία του ελαττωματικού πατέρα». Κατά ειρωνικό τρόπο, ένας από τους πρώτους ανθρώπους που διατύπωσε τη θεωρία αυτή ήταν ο ίδιος ο Ζίγκμουντ Φρόυντ. Και το δήλωσε αυτό ως εξής:

Η Ψυχανάλυση, που μας έμαθε τον ενδόμυχο σύνδεσμο μεταξύ του πατρικού συμπλέγματος και τη πίστη στον Θεό, μας έδειξε πως ο προσωπικός Θεός λογικά δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα εξυψωμένο πατέρα, και καθημερινά μας αποδεικνύει πως τα νεαρά άτομα χάνουν την θρησκευτική τους πίστη μόλις καταρρεύσει η εξουσία του πατέρα τους[2].

Με άλλα λόγια, ο Φρόιντ δίδασκε πως όταν ένα παιδί απογοητευτεί από τον πατέρα του ή χάσει τον σεβασμό για τον πατέρα του, είναι πιο δύσκολο να πιστέψει σε έναν ουράνιο πατέρα. Αυτό ισχύει επίσης και εάν χάσει τον πατέρα σε θάνατο, διαζύγιο ή οποιονδήποτε άλλο λόγο που εκείνος μπορεί να εγκαταλείψει την οικογένεια. Το μικρό παιδί θεωρεί πως ο πατέρας του έχει επιλέξει να φύγει και να τους εγκαταλείψει. Μπορεί η «θεωρία του ελαττωματικού πατέρα» να είναι απλώς μια θεωρία, αλλά φαίνεται να επικυρώνεται από κάποια στοιχεία ψυχολογικής έρευνας, γράφει χαρακτηριστικά ο Βιτς.

Αυτό, δεν πρέπει να μας κάνει να αναρωτιόμαστε πόσοι άθεοι έχουν υιοθετήσει το «πιστεύω» τους βάσει μη-ορθολογικών ψυχολογικών παραγόντων και όχι από αληθινά στοιχεία περί ύπαρξης του Θεού;

Η κεντρική Φροϋδική άποψη για την πίστη στον Θεό είναι πως μια τέτοια πίστη είναι επισφαλής, εξ αιτίας της ψυχολογικής της προέλευσης. Δηλαδή, θεωρεί πως ο Θεός είναι μια προβολή των ιδιαίτερων, έντονων, υποσυνείδητων επιθυμιών μας. Ο «Θεός» είναι η εκπλήρωση επιθυμιών που πηγάζουν από τις παιδιάστικες ανάγκες για προστασία και ασφάλεια. Επειδή λοιπόν αυτές οι επιθυμίες είναι ως επί το πλείστον ασυνείδητες, η οποιαδήποτε άρνηση της ερμηνείας αυτής δεν πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη. Ο Φρόιντ, στο έργο του «Die Zukunft einer Illusion» (Το Μέλλον μιας Αυταπάτης), γράφει τα εξής:

Οι θρησκευτικές ιδέες  έχουν προκύψει από τις ίδιες ανάγκες με όλα τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού, ήτοι, εκ της ανάγκης για προστασία απέναντι στην συντριπτική δύναμη της φύσης (σ. 21) … Συνεπώς, τα θρησκευτικά πιστεύω είναι: αυταπάτες, εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας… Όπως ήδη γνωρίζουμε, η τρομερή αίσθηση της αδυναμίας στην παιδική ηλικία προξένησε την ανάγκη για προστασία – για προστασία μέσω αγάπης – πράγμα που το παρείχε ο πατέρας… Έτσι, η αγαθή διακυβέρνηση μιας θείας Πρόνοιας κατευνάζει τον φόβο που έχουμε για τους κινδύνους της ζωής (σ. 30).

Αν εξετάσει κανείς το επιχείρημα αυτό προσεκτικά, παρά την ενθουσιώδη αποδοχή του από τους τόσους ασυλλόγιστους αθεϊστές και σκεπτικιστές, θα ανακαλύψει ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πάρα πολύ αδύναμη θέση.

Πριν ο Βιτς γράψει το βιβλίο του αυτό είχε κάνει έρευνα για τη ζωή διάσημων άθεων και παρατήρησε τις κακές σχέσεις που είχαν με τους πατεράδες τους. Έτσι αποφάσισε να κάνει μια μελέτη για τους άθεους με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία, ιδιαίτερα αυτούς που ήταν αυτό που λέγεται πεισματικοί άθεοι. Μελέτησε εκείνους που ήταν μεγάλοι στοχαστές – οι περισσότεροι ήταν φιλόσοφοι – και η απόρριψη του Θεού ήταν κεντρικό στοιχείο στην πνευματική τους ζωή. Άνθρωποι που θεωρούνται ως ιδρυτές και υποστηρικτές του σύγχρονου αθεϊσμού: Ο Φρίντριχ Νίτσε, ο Ντέιβιντ Χιουμ, ο Μπέρτραντ Ράσσελ, ο Ζαν-Πωλ Σάρτρ, ο Αλμπέρ Καμύ και ο Άρτουρ Σοπενχάουερ.

Η έρευνα του Βιτς δείχνει επίσης ότι ο Tόμας Χόμπς, ο Βολταίρος, ο Ζίγκμουντ Φρόιντ και ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ είχαν πατέρες αδύναμους ή καταχρηστικούς. Κανένας τους δεν είχε υγιείς σχέσεις με τον πατέρα του. Επίσης και ο Ρίτσαρντ Ντόκινς – ένας από τους «νέους» αθεϊστές – πέρασε ένα μεγάλο μέρος της νεαρής του ζωής μακριά από τον πατέρα του επειδή τον έστειλαν σε οικοτροφείο. Όταν ήταν εννέα ετών και φοιτούσε σε αυτό το έντονα Αγγλικανικό οικοτροφείο, κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον δάσκαλο των Λατινικών που σχετιζόταν με την εκκλησία. Ο Βιτς υποστηρίζει ότι αυτή η εμπειρία πρέπει να δημιούργησε στον Ντόκινς μια ισχυρή αρνητική συσχέτιση με τον Χριστιανισμό.

Ένα επιχείρημα λοιπόν, που φαινομενικά στρέφεται κατά του Χριστιανισμού, μπορεί να καταντήσει ‘μπούμερανγκ’ γι’ αυτούς που το χρησιμοποιούν, δείχνοντας πως οι ίδιοι οι αρνητές της πίστης στο Θεό μπορούν να θεωρηθούν θύματα των περί άρνησης της πίστης αυθυποβολών τους …

[1]  Paul C. Vitz, The Psychology of Atheism, η ελληνική έκδοση κυκλοφορεί στον ιστότοπο της ‘Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας’, https://www.oodegr.com/oode/a8eismos/psyxologia/eisagwgi1.htm.

[2] Ζίγκμουντ Φρόιντ, Μία παιδική ανάμνηση του Λεονάρντο ντα Βίντσι, 1910, σ. 98.

28 Μαρτίου 2022

Πώς εξηγούνται τα θαύματα στη Βίβλο;

Μια κοινή «εξήγηση» που πολλοί αθεϊστές χρησιμοποιούν είναι η ευθύς αμφισβήτηση των θαυμάτων της Βίβλου ως απίθανα γεγονότα, ως μη-ιστορικές περιγραφές ή ως «μύθοι» που προστέθηκαν στη Βίβλο μετά το θάνατό του Ιησού από τους μαθητές Του και την πρώτη εκκλησία.

Κάποιοι άλλοι «εξηγούν» τα θαύματα με την αλληγορική ή ψυχολογική τους διάσταση. Έτσι το περπάτημά του Ιησού επάνω στα νερά ερμηνεύεται ως: «Ο Ιησούς θέτει κάτω από τα πόδια Του τις δυνάμεις του σκότους». Ο καθησυχασμός της τρικυμίας ως: «Ο Χριστός είναι Κύριος των στοιχείων της φύσης». Ο χορτασμός των 5000 ανθρώπων ως: «Ο Θεός καλύπτει την κάθε μας έλλειψη». Τα θεραπευτικά θαύματα του Ιησού λογίζονται ότι συμβολίζουν την κυριαρχία του Κυρίου πάνω στην αρρώστια κ.ο.κ. Ο φόβος των μαθητών την ώρα της τρικυμίας εξηγείται ψυχολογικά: «Ο Ιησούς χαρίζει εσωτερική ειρήνη· δεν χρειάζεται να φοβόμαστε όταν Εκείνος βρίσκεται μαζί µας». Όμως, στην περίπτωση της Ανάστασης του Χριστού, πώς μπορεί να σταθεί μια τέτοια θεώρηση; Πώς να δοθεί εξήγηση στο γεγονός ότι ξαφνικά έγιναν θαρραλέοι δημόσιοι ομολογητές της Ανάστασης, άνθρωποι που μόλις πριν είχαν αντικρύσει τον άδειο τάφο και αμέσως μετά από τον φόβο τους διασκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Σίγουρα κάτι σημαντικό θα τους συνέβηκε. Βέβαια και εδώ δίνεται η «εξήγηση» ότι η αλλαγή τους αυτή οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια, ότι δηλαδή ο Ιησούς «αναστήθηκε» μόνο στην συνείδησή τους. Όλα αυτά μπορεί να είναι όμορφα διατυπωμένα και με επιστημονική μάλιστα ορολογία, αλλά στην πραγματικότητα δε στέκουν.

Ένα τρίτο είδος «εξήγησης» είναι ο συμβιβασμός με αυτό που κάποιοι θεωρούν επιστημονική εξήγηση σε κάτι που τότε θεωρείτο «θαύμα» αλλά που στην επιστημονική μας εποχή βρίσκει φυσική εξήγηση, όπως ο καθησυχασμός της τρικυμίας: Ήταν σύμπτωση, λένε, που ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του προς τον άνεμο τη στιγμή που εκείνος ούτως ή άλλως θα κόπαζε· επίσης σύμπτωση όταν ο Μωυσής χτύπησε τον βράχο και έρρευσε το νερό. Επρόκειτο για κάτι συνηθισμένο στην έρημο, λένε, για βράχο που περιείχε φλέβα νερού που σπάει όταν κανείς χτυπήσει µε δύναμη. Όσο για τον χορτασμό των 5000 ανθρώπων, αυτό οφείλεται δήθεν στην επιρροή του κηρύγματος του Ιησού. Το παράδειγμα του παιδιού να προσφέρει τα ψωμιά και τα ψάρια του στους μαθητές ήταν τόσο μεταδοτικό που κάθε ένας που είχε κάτι φαγώσιμο μαζί του το έβγαλε και το έδωσε στους διπλανούς του, ώστε όλοι να χορτάσουν. Στα θαύματα ανάστασης νεκρών επρόκειτο μάλλον, λένε, για φαινομενικά πεθαμένους, κάτι που συμβαίνει και σήμερα. Με τέτοια επιχειρήματα λοιπόν επιμένουν κάποιοι να «εξηγούν» τα θαύματα στη Γραφή και με επιστημονικά συμβατό τρόπο!

Ο Γερμανός μαθηματικός Hans Rohrbach (Χανς Ρόρμπαχ) δίνει μια διαφορετική εξήγηση. Στο βιβλίο του «Η Επιστήμη και τα θαύματα της Βίβλου» γράφει τα εξής:

Σήμερα έχουμε μια τελείως διαφορετική αντίληψη περί ύλης. … Επιστημονικά, η ύλη ισοδυναμεί µε ενέργεια.  Όμως τι είναι ενέργεια; Γνωρίζουμε πώς ‘ενεργεί’, αλλά όχι πώς να περιγράψουμε τη φύση της. Ένα τεμάχιο ύλης θεωρείται ως μια μεγάλη συρροή στοιχειωδών σωματιδίων. Μόνο µέσω της πολύ γρήγορης αλλά τακτικής κίνησης των σωματιδίων αυτών προέρχεται η οπτική αίσθηση της ύλης. Μπορεί να αντιτάξει κανείς, ότι τουλάχιστον αυτά τα μικρά τεμάχια, τα στοιχειώδη σωματίδια, από τα οποία αποτελούνται τα άτομα, τα µόρια, η ύλη στο σύνολό της, είναι κάτι το υλικό. Αλλά δεν είναι έτσι αυτό. …  Η ύλη συνίσταται από ταλαντώσεις χωρίς να υπάρχει φορέας. Ομολογώ πως δεν είναι εύκολο να µπει κανείς σε αυτόν τον τρόπο σκέψης. Αν κανείς ρωτήσει τι βρίσκεται πέρα από το όριο αυτό, δηλαδή, τι παράγει αυτές τις ταλαντώσεις, τις οποίες αντιλαμβανόμαστε χωρίς να μπορούμε να τις εξηγήσουμε, τότε υπάρχουν δυο δυνατές απαντήσεις. Η μια είναι: ‘Από το τίποτα’. Κάθε άθεος ή μηδενιστής μπορεί να υποθέσει, µε βάση την επιστημονική γνώση, πως ο κόσμος έγινε από το τίποτα. Η άλλη είναι: ‘Από την αόρατη πραγματικότητα του Θεού’. Όποιος πιστεύει, πως υπάρχει Δημιουργός και πως αυτός ο Δημιουργός όχι µόνο έπλασε τον κόσμο, αλλά και τον διατηρεί, μπορεί να ολοκληρώσει την επιστημονική γνώση ως εξής: Αυτές οι ταλαντώσεις είναι το αποτύπωμα του Θεού, προέρχονται από Εκείνον και αποτελούν στο χώρο και το χρόνο, τη Δημιουργία Του. … Η ύλη ισοδυναμεί µε ενέργεια, δεν είναι στατική, ‘γίνεται’. …  Ο λόγος του Θεού ‘γίνεται’ … Ο Θεός λέει να γίνει κάτι και γίνεται (Ψαλ. 33, 9). Ο λόγος του Θεού είναι που δημιουργεί και δια του οποίου τα πάντα ενεργούνται. … Ο Θεός λέει, ο λόγος Του γίνεται και παρουσιάζεται στον υλικό κόσμο ως ταλάντωση, στοιχειώδες σωματίδιο, ύλη. Ο λόγος του Θεού έχει την ασύλληπτη αυτή ικανότητα να φανερώνεται σαν ενέργεια και να απλώνει το πεδίο ταλαντώσεων το οποίο ερευνάμε επιστημονικά. Συνεπώς είναι αυτονόητο ότι ο Θεός μπορεί να κάνει θαύματα και να επεμβαίνει στη Φύση. Αν ο Θεός θελήσει το λάδι στο δοχείο της χήρας στα Στρεπτά να µη σταματήσει να ρέει, τότε αυτό Του στοιχίζει µόνο ένα λόγο και τα σωματίδια, που αποτελούν το λάδι, έρχονται σε ύπαρξη και δεν αφήνουν το λάδι να στερέψει, όσο ο Θεός το θέλει. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και µε το χορτασμό των 5000 ανθρώπων. Όσο ο Ιησούς κόβει το ψωμί κι ευχαριστεί, το ψωμί πολλαπλασιάζεται στα χέρια Του, επειδή ο Θεός έτσι το θέλει, ώστε στο τέλος, μέσα στα δώδεκα καλάθια να βρίσκεται περισσότερη ‘ύλη’ απ' ότι υπήρχε στην αρχή.

Και καταλήγει ο Ρόρμπαχ: «Το σύμπαν δεν είναι ένα κλειστό σύστημα, όπως ανθρωπίνως το αντιλαμβανόμαστε αλλά είναι ανοικτό προς την κατεύθυνση του Θεού». 

11 Μαρτίου 2022

Αίνιγμα και θαύμα ταυτόχρονα

Οι προφητείες της Βίβλου είναι ένα αίνιγμα για τους άθεους και ένα θαύμα για τους πιστούς αναγνώστες της.

Στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους, ο απόστολος Παύλος περιγράφει τον εαυτό του ως εξής: «Ο Παύλος, δούλος του Ιησού Χριστού, που τον κάλεσε ο Θεός να γίνει απόστολος και τον ξεχώρισε για να διαδώσει το ευαγγέλιο. Προς όλους τους πιστούς της Ρώμης, που τους αγάπησε και τους κάλεσε ο Θεός. Ο Θεός είχε προαναγγείλει με τους προφήτες του στις ‘άγιες Γραφές’ το ευαγγέλιο για το Υιό του τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας» (Ρωμ. 1: 1-3).

Στο Ευαγγέλιο του Λουκά κεφ. 24, ο αναστημένος Χριστός δίνει τελευταίες οδηγίες στους αποστόλους, λίγο πριν από την τελική αναχώρησή Του: «Αυτά εννοούσα με τα λόγια που σας έλεγα όταν ήμουν ακόμη μαζί σας, ότι δηλαδή πρέπει να εκπληρωθούν όλα όσα είναι γραμμένα για μένα στο νόμο του Μωυσή, στους προφήτες και στους Ψαλμούς» (εδ. 44). Και μετά, ο Λουκάς γράφει ότι τους «φώτισε το νου, για να καταλαβαίνουν τις Γραφές, και τους είπε: ‘Οι Γραφές λένε ότι έτσι έπρεπε να γίνει, και έτσι έπρεπε να πάθει ο Μεσσίας, ν' αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη μέρα και να κηρυχθεί στο όνομά του μετάνοια και άφεση αμαρτιών σ' όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ. Εσείς είστε μάρτυρες όλων αυτών’» (εδ. 45-48).

Στον Παύλο επίσης παρατηρούμε ότι όποτε πήγαινε σε μια νέα πόλη — βλ. Πράξεις 17, Πράξεις 18 και Πράξεις 19 — πήγαινε κατευθείαν στη συναγωγή όπου οι Εβραίοι λάτρευαν τον Θεό. Ο Λουκάς περιγράφει ότι «συλλογιζόταν μαζί τους από τις Γραφές, εξηγώντας και αποδεικνύοντας ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός, ο Μεσσίας». Τα στοιχεία που παρουσίαζε ο Παύλος στον κόσμο εκεί ήταν ισχυρά για δύο λόγους: Πρώτον επειδή υπήρξε η Ανάσταση και δεύτερον επειδή ο Ιησούς είχε εκπληρώσει όλες τις μεσσιανικές προφητείες και μπορούσε να επισημάνει αυτές τις προφητείες παραθέτοντας τα συγκεκριμένα εδάφια από την Παλαιά Διαθήκη και να δείξει πώς ο ίδιος είχε όντως «εκπληρώσει» όλες τις προφητείες. Αυτό εξηγεί την εκρηκτική ανάπτυξη της πρώιμης εκκλησίας. Το μήνυμα ήταν ισχυρό τότε, όπως και σήμερα.

Για τον Γάλλο μαθηματικό Blaise Pascal οι μεσσιανικές προφητείες έπαιξαν σημαντικό ρόλο για να έρθει στην πίστη. Αυτά γράφει στο περίφημο βιβλίο του, «Σκέψεις», πριν από τρεις περίπου αιώνες:

Οι προφητείες είναι η πιο ισχυρή απόδειξη του Ιησού Χριστού … επειδή το γεγονός που τις εκπλήρωσε είναι ένα θαύμα που υπάρχει από τη γέννηση της Εκκλησίας μέχρι το τέλος. Έτσι, ο Θεός ανέδειξε προφήτες σε διάρκεια χιλιάδων εξακόσιων ετών και τετρακοσίων ετών μετά. Μοίρασε  όλες τις προφητείες αυτές στους Ιουδαίους, οι οποίοι τις μετέφεραν σε όλα τα μέρη του κόσμου. Αυτή ήταν προετοιμασία για τη γέννηση του Ιησού Χριστού και καθώς το Ευαγγέλιό Του έπρεπε να γίνει πιστευτό από τον κόσμο, δεν ήταν μόνο απαραίτητο να υπάρχουν οι προφητείες ώστε να γίνει πιστευτό, αλλά οι προφητείες αυτές έπρεπε να ταξιδέψουν και σε ολόκληρο τον κόσμο, για να τις αγκαλιάσει ο κόσμος. … Αν ένας μόνο άνθρωπος είχε γράψει ένα βιβλίο γεμάτο προβλέψεις για τον Ιησού Χριστό, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο του, και ο Ιησούς Χριστός είχε έρθει όπως αυτές οι προφητείες το είχαν προβλέψει, τότε αυτό καθαυτό το γεγονός θα είχε άπειρο βάρος. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα εδώ. Πρόκειται για τη συνέχεια ανθρώπων, επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια, που συνεχώς και χωρίς παραλλαγή έρχονταν ο ένας μετά τον άλλον να προμηνύσουν το ίδιο γεγονός. Ένας ολόκληρος λαός που … θα έδινε συλλογική μαρτυρία για διαβεβαιώσεις, από τις οποίες οι ίδιοι δεν θέλησαν με κανέναν τρόπο  να οπισθοχωρήσουν ούτε και κάτω από απειλές ή διώξεις. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό [1].

Ο Peter Kreeft, φιλόσοφος στο Κολλέγιο της Βοστώνης, γράφει:

Αν υπολογίσει κανείς την πιθανότητα ένα άτομο να εκπληρώσει, εντελώς τυχαία, όλες τις μεσσιανικές προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης όπως τις εκπλήρωσε ο Ιησούς, η πιθανότητα θα ήταν τόσο αστρονομικά ελάχιστη όσο είναι η πιθανότητα να κερδίζεις στο λαχείο κάθε μέρα επί έναν ολόκληρο αιώνα. Κι αν ακόμα ο Ιησούς σκόπιμα προσπάθησε να εκπληρώσει τις προφητείες, σίγουρα ως άνθρωπος δεν μπορούσε να έχει τη δύναμη να κανονίσει τον χρόνο, τον τόπο, τα γεγονότα και τις συνθήκες της γέννησής Του ή τα γεγονότα μετά τον θάνατό Του [2].

Γι’ αυτό το λόγο ο J. I. Packer, στον πρόλογο του βιβλίου του Εντμουντ Κλόουνεϊ «Το μυστήριο που ξετυλίγεται» μπορεί να γράψει:

Η Βίβλος έχει μια οργανική συνοχή που είναι εκπληκτική. Τα βιβλία που γράφτηκαν με αιώνες διαφορά φαινόταν να έχουν σχεδιαστεί με σκοπό να συμπληρώνουν και να φωτίζουν το ένα το άλλο… Πραγματικά, η εσωτερική ενότητα της Βίβλου είναι ένα σημάδι και ένα θαύμα που αμφισβητεί την απιστία της δύσπιστης εποχής μας [3].

Στο βιβλίο του «Το Μόνιμο Θαύμα: Οι Προφητείες της Βίβλου», ο Σπύρος Φίλος εξετάζει αντιρρήσεις όπως, πώς γνωρίζουμε ότι οι προφητείες δεν γράφτηκαν μετά τα γεγονότα που προμήνυαν και ότι στις προφητείες δεν επρόκειτο για φαινόμενα τηλεπάθειας. 

Ο απροκατάληπτος ερευνητής θα ανακαλύψει ότι οι προφητείες της Αγίας Γραφής είναι αίνιγμα και θαύμα ταυτόχρονα.



[1] Μπλεζ Πασκάλ, Σκέψεις, § 706 και 710.

[2] Peter Kreeft, Christianity for Modern Pagans: Pascal's "Pensees", (Ignatius Press, San Francisco: 1993), σ. 264.

[3] Edmund Clowney, The Unfolding Mystery. Discovering Christ in the Old Testament, (P&R Publishing, Phillipsburg: 1989), σ. 8-9.

9 Φεβρουαρίου 2022

Οι αλήθειες και η Αλήθεια

Aλήθειες υπάρχουν πολλές, όμως η αλήθεια είναι μία. Υπάρχουν αλήθειες φυσικής, αστρονομίας, μαθηματικών, ιστορίας, αλλά υπάρχει η αλήθεια. Υπάρχουν πολλά κλαδιά στο δέντρο, όμως ο κορμός του δέντρου είναι ένας.

Η αλήθεια είναι εκείνο που αφορά τον προσανατολισμό του ανθρώπου μέσα στο μυστήριο της ύπαρξης. Τι είμαι εγώ; Από πού ήρθα σ' αυτό το πανόραμα της ζωής; Τι θέλω εδώ που ήρθα; Ποια είναι η τύχη μου ύστερα από το θάνατο;

Τα τέσσερα μεγάλα αυτά ερωτήματα, αντιστοιχούν συμβολικό με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι όπως το πλοίο χρειάζεται οπωσδήποτε τον προσανατολισμό του για να μπορέσει να διαπλεύσει τον ωκεανό και να φτάσει στον προορισμό του ασφαλώς, έτσι και ο άνθρωπος χρειάζεται σωστό προσανατολισμό για τα μεγάλα αυτά θέματα που αφορούν τον εαυτό του και το μέλλον του. Η αιτία της μεγάλης αναστάτωσης και του σκότους που βρίσκεται ο αιώνας μας, οφείλεται στον πλανεμένο προσανατολισμό του ανθρώπου.

Τι θα γινόταν αν σ' ένα πλοίο η πυξίδα του έδειχνε εσφαλμένες κατευθύνσεις; Το αποτέλεσμα θα ήταν η αποτυχία του σκοπού, η προσάραξη του πλοίου σε υφάλους και το κατάντημα, τέλεια καταστροφή.

Είναι μεγάλη αλήθεια ότι η απροκατάληπτη έρευνα μας οδηγεί να δεχτούμε μια εστία υπερκόσμια από την οποία προήλθε το Σύμπαν. Βέβαια, η υπερκόσμια αυτή εστία, ο Θεός, για να έχει έργο της το σύμπαν, φαίνεται στη σκέψη μας εστία με τεράστια δύναμη και αφάνταστη τελειότητα. Και κάποιος μπορεί να μας ρωτήσει: «Καλά, αλλά ποιος έκανε τον Θεό;»

Η ερώτηση «ποιος έκανε τον Θεό», είναι μια από τις λεγόμενες ψευδερωτήσεις, δηλαδή είναι η διαπαιδαγώγηση του πνεύματός μας στα πράγματα της φύσης, που θέτει το ίδιο ερώτημα σε όρια πέραν της φύσης. Βλέπουμε κάτι εδώ στον κόσμο, βλέπουμε λ.χ. μια αμυγδαλιά και ρωτάμε: «Πώς βρέθηκε;» Η απάντηση είναι ότι κάποιο αμύγδαλο έπεσε εκεί και φύτρωσε. Μπορούμε, βλέποντας έναν άνθρωπο να ρωτήσουμε: «Πώς βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος»; Υπάρχουν οι γονείς του, που τον έφεραν στην ύπαρξη.

Σε οποιοδήποτε φαινόμενο αν ζητήσουμε την αιτία που το παρήγαγε, θα τη βρούμε. Στη μελέτη του κόσμου, τα πάντα έχουν μια αιτία που βρίσκεται έξω από τον εαυτό τους. Ο πατέρας μου και η μάνα μου είναι έξω από μένα· το αμύγδαλο ήταν έξω από την αμυγδαλιά κ.ο.κ. Αλλά τι θα πούμε στο ζήτημα του Θεού; Λέμε:   «Και τον Θεό ποιος τον έκανε;» Η απάντηση είναι ότι ο Θεός είναι αυτοαίτιος, causa sui. Θα πεις: «Μα δε μπορώ να το καταλάβω». Και βέβαια δε μπορείς να το καταλάβεις, ούτε θα μπορέσεις ποτέ, διότι ο Θεός είναι Ον μοναδικό και απόλυτο. Μα, η ύλη; Το ίδιο αυτοαίτιο παραδέχεται κι ο άπιστος, με τη διαφορά ότι ο άπιστος βρίσκεται ανοικτός, και δεν μπορεί να σταματήσει εκεί, διότι πρέπει να μας εξηγήσει. Συγκεκριμένα το μυστήριο των νόμων της ύλης είναι αντίστοιχο προς το μυστήριο της βουλής του Θεού. Κι επιπλέον, στον υλιστή επιβάλλεται υποχρέωση να λύσει πολλές αντιφάσεις. Πώς, δηλαδή, η ύλη έδωσε τη συνείδηση, δηλαδή κάτι που δεν έχει; Ή, πώς η ύλη υποτάσσεται στον άνθρωπο, που είναι τμήμα της; Καθώς και χίλια άλλα μυστηριώδη και αντιφατικά ερωτήματα.

Αν, λοιπόν, είσαι υποχρεωμένος, και είσαι (γιατί οπωσδήποτε θα πρέπει να εκλέξεις μεταξύ μυστηρίων και μυστηρίων, μυστηρίων ύλης και μυστηρίων πνεύματος), πρέπει κατά λογική συνέπεια να κάνεις εκείνη την εκλογή που θα ικανοποιήσει τους έμφυτους πόθους σου, που θα σε προαγάγει και θα σε ανεβάσει στην ύπαρξη· όχι εκείνη που θα σε ατροφήσει και θα σε μαράνει. Επί πλέον, δεν πρέπει να δείξεις παράλογες σκέψεις και συμπεράσματα που τόσο φωτεινά βγαίνουν από τη μελέτη της φύσης, μέσω της επιστήμης. Συνεπώς η αντίρρηση για το αυτοαίτιο δεν έχει καμμιά σοβαρότητα. Το ότι δεν μπορώ να το καταλάβω δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Περπατάς έξω τη νύχτα και ρίχνεις μια ματιά στα λαμπερά αστέρια που καταστολίζουν τους ουρανούς, σαν αιωρούμενες λυχνίες της αιωνιότητας και νομίζεις ότι είδες τα πάντα. Όχι! δεν είδες τα πάντα, γιατί ποτέ δεν θα δεις το νόμο της παγκόσμιας έλξης που τα κρατάει εκεί ψηλά όλα μαζί.

Είναι, λοιπόν, πολλά πράγματα που δεν μπορούμε ούτε να τα δούμε μήτε να τα καταλάβουμε κι όμως υπάρχουν και τα βλέπουμε από τα αποτελέσματά τους. Η εξωκόσμια Εστία, ο Θεός, μπήκε μέσα στην ιστορία και μας μιλάει με τη γλώσσα μας. Συγκατάβηκε, δημιούργησε ολόκληρη αποκάλυψη του Εαυτού Του και των σχεδίων Του και μας την έδωσε μέσω της Αγίας Γραφής.

Μέσα σ' αυτό το θεόπνευστο Βιβλίο μάς δίνεται η ιστορική μαρτυρία ότι ο Θεός απέστειλε στον κόσμο τον Υιό Του, το άλλο Εγώ Του, που είναι πνεύμα όπως Εκείνος, «Φως εκ Φωτός» που το έστειλε στον κόσμο και σαρκώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Ήρθε για να θυσιαστεί για τη σωτηρία μας. Αυτός ετοίμασε ζωή, μακαριότητα αιώνια για τον καθένα από μας. Όταν τα μάθουμε αυτά, και τα δεχτούμε με πίστη, τότε η σχέση μας με την προσωπικότητα του Θεού είναι η μεγαλύτερη τιμή, η μεγαλύτερη δόξα μας, το μεγαλύτερό μας καύχημα.

Όπου υπάρχει ειλικρίνεια στην έρευνα, κι όταν ο άνθρωπος συναισθάνεται την αδυναμία του μέσα στο τεράστιο αυτό συγκρότημα που λέγεται «το Σύμπαν του Θεού»; μαθαίνει ότι ο Θεός μέσα στο απέραντο αυτό-έργο Του, το κατασκεύασμά Του, έχει μια θέση για τον καθένα από μας. Μαθαίνουμε ότι όλες οι δυσκολίες μας, οι ηθικές, όλες οι αδυναμίες μας, (οι αμαρτίες μας όπως ονομάζονται στη γλώσσα της Αγίας Γραφής), όλες διά του Ιησού Χριστού θεραπεύτηκαν και μπορούν να θεραπευτούν έτσι που ο άνθρωπος να παρουσιαστεί μπροστά στον Θεό άμωμος και ανέγκλητος. Και μαθαίνουμε επίσης την αγγελία ότι θάρθει μια μέρα, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο, που θα μπούμε μέσα στις αιώνιες πραγματικότητες, για να χαιρόμαστε μέσα στο μεγάλο συμπόσιο στο οποίο μας καλεί η γενναιοδωρία του Θεού.

Ο Ιησούς Χριστός μιλούσε για δείπνο μεγάλο στο οποίο καλεί ο Θεός και μας δίνει ένδυμα να φορέσουμε και να μπούμε σ' αυτό. Αυτό το ένδυμα είναι το έργο το λυτρωτικό που έκανε ο Χριστός. Έτσι η ψυχή μας από τώρα προγεύεται. Κι αν είναι μόνο με το πρόγευμα ικανοποιημένη και χορτασμένη, μπορούμε να φανταστούμε τι θα είναι όταν θα μπούμε μέσα στη ζωή εκείνη, την αιώνια ζωή που η γενναιοδωρία του Θεού μας προσφέρει.

Ο Θεός δημιούργησε από ελευθερία, όχι από ανάγκη· δημιούργησε ο Θεός από αγάπη για να καταστήσει κοινωνούς κι εμάς στη ζωή και την μακαριότητά Του.

Πηγή: 
Κωνσταντίνος Μεταλληνός, Δρ Μαθηματικών (απεβ. 1963), από δημοσίευμα στο περιοδικό «Επιστήμη και Πίστη», Άνοιξη 1984.

23 Ιανουαρίου 2022

Γιατί το Σύμπαν είναι κατανοητό;

Ποια αρχή και ποια εγγύηση υπάρχει ώστε να εμπιστευόμαστε τη λογική όταν προσεγγίζουμε τον κόσμο; Γιατί οι γνωστικές μας ικανότητες μας επιτρέπουν να ανακαλύπτουμε, να αναγνωρίζουμε και να πιστεύουμε την αλήθεια; Το ερώτημα συνοψίζεται σε αυτό: Πώς μπορεί μια μαθηματική εξίσωση που έχει δημιουργηθεί στο μυαλό ενός μαθηματικού να αντιστοιχεί στις λειτουργίες του σύμπαντος; Αυτό οδήγησε τον Αϊνστάιν να πει: «Το πιο ακατανόητο πράγμα στον κόσμο είναι ότι είναι κατανοητός».

Η ίδια η έννοια της κατανοητότητας του σύμπαντος προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ορθολογικότητας, ικανής να αναγνωρίσει την κατανοητότητα αυτή. Πρόκειται για μια ουσιώδη πεποίθηση – τόσο για ολόκληρο το εγχείρημα της επιστήμης, όσο και για τη διανόηση γενικά – ότι δηλαδή οι νοητικές μας διαδικασίες διαθέτουν έναν ικανό βαθμό αξιοπιστίας και είναι σε θέση να μας δώσουν χρήσιμες πληροφορίες για τον κόσμο. Αυτό είναι τόσο εμπεδωμένο στην ανθρώπινη σκέψη, ώστε να μη μπορούμε να αμφισβητήσουμε την πεποίθηση αυτή χωρίς να βασιστούμε στην νοημοσύνη που την προϋποθέτει. Η ορθολογική κατανοητότητα είναι ένα από τα κύρια ζητήματα που οδήγησαν στοχαστές όλων των γενεών στο συμπέρασμα ότι το ίδιο το σύμπαν πρέπει να είναι προϊόν νοημοσύνης. Μαθηματικοί, όπως ο Ρότζερ Πένροουζ (Roger Penrose) από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, πιστεύουν ότι οι μεγάλες αλήθειες των μαθηματικών υπάρχουν ανεξάρτητα από εμάς. Τις ανακαλύπτουμε, αλλά δεν τις επινοούμε. Ο Πένροουζ αναγνωρίζει τη διαχρονική αντικειμενικότητα των μαθηματικών, η οποία --ευτυχώς για τους επιστήμονες -- υπάρχει αντικειμενικά. Και εξηγεί: «Μερικές φορές οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ίσως ο λόγος που έχουμε καλούς μαθηματικούς νόμους στη φυσική δεν είναι μόνο ότι πρόκειται για τον καλύτερο τρόπο με τον οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο, αλλά κάτι περισσότερο».

Το 1960, ο ουγγρο-αμερικανός νομπελίστας φυσικός Γιουτζίν Γουίγκνερ (Eugene Wigner) δημοσίευσε αυτό που αργότερα θα γινόταν το κλασικό δοκίμιο για το μυστηριώδες γεγονός ότι τα μαθηματικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διερεύνηση της φύσης, με τίτλο: «Η παράλογη αποτελεσματικότητα των μαθηματικών στον φυσικό κόσμο». Στο δοκίμιό του, ο Γουίγκνερ συζητάει τον εκπλήττοντα βαθμό κατά τον οποίο τα μαθηματικά χαρτογραφούν τον υλικό κόσμο και εξηγεί ότι «οι μαθηματικές έννοιες εμφανίζονται σε εντελώς απροσδόκητες συνδέσεις … και συχνά επιτρέπουν μια απροσδόκητα στενή και ακριβή περιγραφή των φαινομένων σε αυτές τις συνδέσεις». Τα εργαλεία των μαθηματικών συναπαντούν τα ερωτήματα της φυσικής με απίστευτη συχνότητα και ακρίβεια. «Η τεράστια χρησιμότητα των μαθηματικών στις φυσικές επιστήμες είναι κάτι που συνορεύει με το μυστηριώδες», καταλήγει ο Γουίγκνερ στο δοκίμιό του. «Δεν υπάρχει λογική εξήγηση για αυτό».

Στα μαθηματικά φαίνεται ότι έχουμε πρόσβαση σε αλήθειες που ξεπερνούν την ανθρώπινη εμπειρία. Σε τι βασίζονται;  Για τον Πυθαγόρα και αργότερα για τον Πλάτωνα, η απάντηση ήταν ότι τα μαθηματικά είναι μέρος ενός ιδανικού κόσμου – το βασίλειο των αφηρημένων αρχών (Ιδέες και Μορφές) – που δίνει ορθολογική δομή στον υλικό κόσμο. Ο Γαλιλαίος πίστευε πως «οι νόμοι της φύσης είναι γραμμένοι με το χέρι του Θεού στη γλώσσα των μαθηματικών» και «ο ανθρώπινος νους είναι έργο του Θεού και [μάλιστα] ένα από τα πιο άριστα». Η επιστήμη δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τη μαθηματική κατανοητότητα του φυσικού κόσμου, γιατί αυτή η ιδέα η ίδια είναι μέρος του ‘πιστεύω’ του επιστήμονα. Δεν μπορεί κανείς να ξεκινήσει οποιοδήποτε εγχείρημα στη φυσική χωρίς να πιστεύει σε αυτή την κατανοητότητα.

Ως αποτέλεσμα της Διαφώτισης όμως, φιλοσοφίες όπως ο υλισμός και ο φυσικισμός, άρχισαν να μειώνουν τη ανθρώπινη σκέψη ως αναγωγή νευρο-φυσιολογικών δραστηριοτήτων του εγκεφάλου, κάτι που κατά τον μαθηματικό Τζον Λένοξ «οδηγεί αναπόφευκτα στον αφανισμό της επιστήμης, του ορθολογισμού και της πίστης στην ίδια την αλήθεια … [και είναι] τελικά μηδενιστική». Ή, όπως γράφει χαρακτηριστικά: «Αυτό είναι το τίμημα που ο άνθρωπος πληρώνει για τον αθεϊσμό. Ο αθεϊσμός υπονομεύει τον ίδιο τον ορθολογισμό που απαιτείται για να κατασκευάσει, να κατανοήσει ή και να πιστέψει οποιοδήποτε είδος επιχειρήματος – συμπεριλαμβανομένου και του επιστημονικού. Ο αθεϊσμός δεν είναι παρά μια μεγάλη αυτο-αντιφατική αυταπάτη». Και συνεχίζει: «Ο γερμανός φιλόσοφος Robert Spaemann είχε ήδη επισημάνει ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι, όχι με μια επιλογή μεταξύ Θεού και επιστήμης, … αλλά με μια επιλογή να πιστέψουμε στον Θεό ή να εγκαταλείψουμε την κατανόηση του σύμπαντος. Δηλαδή, αν δεν υπάρχει Θεός δεν μπορεί να υπάρξει και επιστήμη. Εξαλείφοντας τον Θεό, δεν υπάρχει λογική βάση για την ίδια την επιστήμη. Αντιθέτως, η θεϊστική σκέψη είναι συνεκτική ως προς στην εξήγηση του ‘γιατί το σύμπαν είναι (επιστημονικά) κατανοητό’: Ο Θεός, ως Δημιουργός τόσο του σύμπαντος όσο και του ανθρώπινου νου, μας έφτιαξε ‘κατ’ εικόναν’ Του, εικόνα ενός λόγιου και με προσωπικότητα Όντος»[1].

[1] John Lennox, Gunning for God. Why the New Atheists are Missing the Target, (Oxford: Lion Publishers, 2011), σ. 53-55.

25 Δεκεμβρίου 2021

Η Ομορφιά

Την αντιλαμβανόμαστε άμεσα όταν την αντικρύσουμε. Την βιώνουμε έντονα. Η ομορφιά είναι ικανή να μας συγκινήσει βαθιά και να μας ξεσηκώσει. Πρόκειται για κάτι που προσφέρει μια αέναη εμπειρία απόλαυσης, ευχαρίστησης, νοήματος και ικανοποίησης. Η έννοια του ‘όμορφου’ συχνά περιλαμβάνει και την περίπτωση όπου μια ύπαρξη βρίσκεται σε πλήρη ισορροπία και αρμονία με την φύση, κατάσταση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα έλξης και συναισθηματικής ευημερίας. Όντως, το όμορφο γίνεται γρήγορα αντιληπτό από εκείνον που το αντικρίζει.

Ο βρετανός επιστήμονας και θεολόγος Άλιστερ ΜακΓκραθ εκφράζει βαθιά κατανόηση όταν γράφει: «Η ανθρώπινη αναζήτηση της ομορφιάς είναι στην ουσία η αναζήτηση της πηγής αυτής της ομορφιάς, η οποία διαμεσολαβείται μέσω των πραγμάτων αυτού του κόσμου, αλλά δεν περιέχεται σε αυτά» [1]. Και ο C. S. Lewis ήταν πεπεισμένος ότι οι άνθρωποι έχουν ένα ένστικτο υπέρβασης που διεγείρεται από την ομορφιά. Ή όπως το διατυπώνει: Μια «ένδειξη ότι υπάρχει νόημα στο σύμπαν», ένα σημάδι για κάτι αξιόλογο. Στο έργο του ‘Το Βάρος Της Δόξας Του Ουρανού’[2], περιγράφει ακριβώς αυτή την ανθρώπινη αναζήτηση για αληθινή ομορφιά. Παρόμοιες ιδέες συναντάει κανείς σε συγγραφείς όπως τον Jonathan Edwards και τον Hans Urs von Balthasar. Όλη η ομορφιά στην κτίση, τόσο στους ουρανούς όσο και στη γη, προέρχεται από τη λάμψη του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η εικόνα του «ωραίου» Θεού, η πηγή κάθε ομορφιάς. Η ομορφιά παρακάμπτει την ορθολογική ανάλυση, προσελκύοντας και δημιουργώντας  κάτι πολύ βαθύτερο μέσα μας.

Αλλού πάλι, ο Λούις εκφράζεται ως εξής: «Δεν μπορεί να νιώσει κανείς μεγάλη ευχαρίστηση από μια όμορφη μουσική αν πιστεύει ότι η ομορφιά της δεν είναι παρά ‘σκέτη ψευδαίσθηση’ και ότι ο μόνος λόγος να την βρίσκει ελκυστική είναι ‘πως το νευρικό μας σύστημα είναι παράλογα ρυθμισμένο έτσι ώστε εκείνη να μας αρέσει’». Με άλλα λόγια: Τι αξίζει η ομορφιά αν δεν υπάρχει Θεός κι εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε παρά μια χούφτα χημικών ουσιών και μορίων; Άλλοτε δηλαδή ελκυόμαστε από κάτι και άλλοτε αυτό μας είναι αποκρουστικό.

Ο αθεϊστής Ρίτσαρντ Ντόκινς, στο βιβλίο του με τις μεγαλύτερες πωλήσεις ‘Η Περί Θεού Αυταπάτη’, χαρακτηρίζει την ομορφιά απλά ως «χημική αντίδραση». Όταν η αθεϊστική σκέψη μειώνει τον κόσμο σε σκέτη ύλη, κινδυνεύει έτσι να χαθεί και κάθε αίσθηση του θαύματος, κάθε εκτίμηση ομορφιάς. Εξανεμίζεται μαζί τους και κάθε χαρά της ζωής. Παρ’ όλο που πολλοί άνθρωποι σήμερα δεν αναγνωρίζουν ότι υπάρχει Θεός, είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι συγκινούνται από έναν έναστρο ουρανό, μια όμορφη ακροθαλασσιά, την πανοραμική θέα της φύσης από την κορυφή ενός βουνού ή ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα. Αν η ομορφιά είναι πραγματικότητα, τότε πώς εκτιμάται; Ο αθεϊσμός δεν φαίνεται να παρέχει ικανοποιητική εξήγηση του ανθρώπινου εθισμού προς την ομορφιά, θεωρώντας την απλά μια ψευδαίσθηση. Είναι δύσκολο να αποδεχτεί κανείς το συμπέρασμα αυτό, ειδικά όταν η ομορφιά συγκινεί τους ανθρώπους τόσο έντονα.

Στην παραβολή του Χριστού στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (13: 45–46) ο έμπορας αναγνωρίζει αμέσως την ομορφιά και την αξία του «πολύτιμου μαργαριταριού». Δεν χρειάζεται να πειστεί για την αξία του. Πουλάει ό,τι έχει και δεν έχει για να το αποκτήσει. Η ομορφιά του τον έπεισε από μόνη της. Ο ΜακΓκραθ θεωρεί πως οι χριστιανοί μπορούν να δώσουν στους συνανθρώπους τους να εκτιμήσουν την ομορφιά του Θεού στο Ευαγγέλιο και με αυτό τον τρόπο να τον ανακαλύψουν. Όπως ένας κοσμηματοπώλης κρατάει ένα διαμάντι σε τέτοια θέση απέναντι στο φως, ώστε οι σμιλευμένες πλευρές του να ακτινοβολούν και ο καθένας να μπορεί να θαυμάσει την ομορφιά του, φροντίζει ώστε να γίνεται σε όλους φανερή η εξ’ υπαρχής αξία του.


[1] Alister McGrath, Mere Apologetics, (Λονδίνο: SPCK, 2016), σ. 114.

[2] C. S. Lewis, Τhe Weight of Glory, κήρυγμα, 1941, ελληνική έκδοση, (Ο Λόγος: Αθήνα, 2015).

1 Δεκεμβρίου 2021

Μπορούμε να γνωρίζουμε την πραγματικότητα στην εποχή της «μετα-αλήθειας»;

«Μετα-αλήθεια» (post-truth) είναι λέξη που προστέθηκε επισήμως στο αγγλόφωνο λεξιλόγιο το 2016. Το λεξικό της Οξφόρδης την εξηγεί ως «συνθήκες υπό τις οποίες αντικειμενικά γεγονότα έχουν λιγότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από προσφυγές στο συναίσθημα και την προσωπική πίστη» των ανθρώπων. Στην εποχή του Covid το ζούμε αυτό έντονα με το κίνημα των αντιεμβολιαστών και αρνητών της επιστήμης.

Η έννοια της μετα-αλήθειας είναι αποτέλεσμα του μεταμοντερνισμού (γνωστός και ως μετανεωτερικότητα), μια φιλοσοφική σκέψη που ευθύνεται για την «αποδόμηση» βασικών εννοιών, όπως του σε τί συνίσταται η πραγματικότητα και η αλήθεια. Στη νέα εποχή των πλαστών ειδήσεων και της μετα-αλήθειας η αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας και των μη-«εναλλακτικών δεδομένων» είναι συνεπώς πιο επιτακτική από ποτέ.

Η διαδικτυακή Εγκυκλοπαίδεια Britannica ορίζει τον μεταμοντερνισμό ως [φιλοσοφικό] κίνημα του τέλους του 20ού αιώνα που χαρακτηρίζεται από έναν ευρύ σκεπτικισμό, υποκειμενισμό ή σχετικισμό· μια γενική υποψία της ορθολογικής σκέψης· καθώς και οξεία ευαισθησία ως προς τον ρόλο της ιδεολογίας για την διεκδίκηση και διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής δύναμης.[1]

Η Έλεν Πλάκροουζ και ο Τζέιμς Λίντσεϊ, σε πρόσφατο βιβλίο τους με τίτλο «Κυνικές Θεωρίες», επιχειρούν τον εξής προσδιορισμό της έννοιας αυτής[2]:

Ο μεταμοντέρνος τρόπος είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πλήρως εκ των έξωθεν επειδή μοιάζει πολύ με θεωρία συνωμοσίας. … Η προοδευτική αριστερά δεν ευθυγραμμίστηκε με τον Μοντερνισμό, αλλά με τον μεταμοντερνισμό, ο οποίος απορρίπτει την αντικειμενική αλήθεια ως μια φαντασία που ονειρεύονταν αφελείς και/ή αλαζονικά φανατισμένοι στοχαστές του Διαφωτισμού που υποτίμησαν τις παράπλευρες συνέπειες της προόδου της Νεωτερικότητας. … Ο μεταμοντερνισμός, ανάλογα με την άποψή σας, έχει γίνει ή έχει δημιουργήσει μια από τις λιγότερο ανεκτικές, μάλλον αυταρχικές, ιδεολογίες τις οποίες ο κόσμος είχε να αντιμετωπίσει από την εκτεταμένη παρακμή του κομμουνισμού και την κατάρρευση της λευκής υπεροχής και της αποικιοκρατίας. Ο μεταμοντερνισμός αναπτύχθηκε σε σχετικά σκοτεινές γωνιές του ακαδημαϊκού χώρου ως πνευματική και πολιτιστική αντίδραση σε όλες αυτές τις αλλαγές, και από τη δεκαετία του 1960 έχει εξαπλωθεί και σε άλλα μέρη του, όπως ο ακτιβισμός, καθώς και σε πολλές διοικήσεις, ακόμη και στην καρδιά της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας, και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Από εκεί άρχισε να εισχωρεί στην ευρύτερη κοινωνία. …

Οι έννοιες γνώση, αλήθεια, νόημα και ηθική είναι, κατά τη μεταμοντέρνα σκέψη, πολιτισμικά κατασκευασμένες. Η ίδια μάλιστα αρνείται ότι μέσω της επιστημονικής μεθόδου μπορεί να παραχθεί αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας. Η «πραγματικότητα» είναι προϊόν κοινωνικοποίησης και βίωσης εμπειριών, ένα κατασκεύασμα του γλωσσικού συστήματος. Αντικειμενική αλήθεια δεν υπάρχει, μπορεί όμως να την προσεγγίσει κανείς με διαδικασίες όπως ο πειραματισμός, η διάψευση ή η μετατροπή. Κατ’ αυτό τον τρόπο η μεταμοντέρνα προσέγγιση διογκώνει μια μικρή, κοινή αλήθεια – όπως την περιορισμένη μας ικανότητά να γνωρίζουμε και να εκφράζουμε «γνώση» μέσω της γλώσσας, των εννοιών και των κατηγοριών της – διακηρύττοντας ότι όλες οι αξιώσεις μας περί αλήθειας είναι αξίες φορτωμένες και δομές του πολιτισμού στον οποίο ζούμε, δηλαδή ένας πολιτισμικός/κοινωνικός κονστρουκτιβισμός.

Σχετικά με τις φιλοσοφικές απόψεις του μεταμοντερνισμού που αφορούν τη γνώση και την επιστημονική κατανόηση της πραγματικότητας φαίνεται, πως η μεταμοντέρνα σκέψη αποτυγχάνει στο να παρέχει μια ικανοποιητική εναλλακτική εξήγηση, ή έστω μια προσέγγιση που μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη. Στην επιστήμη (συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής επιστήμης) υπάρχει το αντικειμενικό κριτήριο της ποιότητας, δηλαδή η αντιστοιχία με την πραγματικότητα. Σύμφωνα με αυτό, επιστημονικές θεωρίες είτε λειτουργούν είτε όχι. Είναι επομένως δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς προσεγγίσεις σαν κι αυτές που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα (και συνεπώς δεν είναι λειτουργικές) μπορούν να θεωρηθούν ωφέλιμες[3].

Διαβάζοντας τη Βίβλο, και καθώς πλησιάζουμε χρονικά στην εποχή εορτασμού των Χριστουγέννων, παρατηρούμε ότι ο Θεός στέλνει, μέσα σ’ ένα παρόμοια εχθρικό περιβάλλον και σε μια παρόμοια διχασμένη κοινωνία, τον Γιό του να γεννηθεί και έτσι να υποστεί της συνέπειες της αμφισβήτησης της Αλήθειας και της Αγάπης Του απέναντι σε μια ανθρωπότητα που βαδίζει προς τον χαμό.

Το χαρμόσυνο μήνυμα των αγγέλων αντιλαλεί μέχρι σήμερα: «Δόξα στον ύψιστο Θεό και ειρήνη στη γη, αγάπη και σωτηρία για τους ανθρώπους!» (Λουκάς 2, 14).


[1] Encyclopedia Britannica, αναζήτηση του όρου “postmodernism” στις 12/12/2020, https://www.britannica.com/topic/postmodernism-philosophy.

[2] Helen Pluckrose και James Lindsay, Cynical Theories. How Universities Made Everything about Race, Gender and Identity – and Why Τhis Harms Everybody, (Λονδίνο: Swift Press, 2020), σ. 40.

[3] Βλ. μια πιο εκτεταμένη μελέτη μου στο ιστολόγιο «Απολογητική Ενημέρωση», https://areopagusbriefs.files.wordpress.com/2021/10/postmodernism-final-1.pdf.

20 Σεπτεμβρίου 2021

Η επιθυμία του Θεού

Blaise Pascal
Η Απολογητική ασχολείται συχνά με επιχειρήματα περί ύπαρξης του Θεού που συνεπάγονται μια έκκληση στη λογική. Όμως υπάρχουν κάποια άλλα που περιλαμβάνουν έκκληση στην εμπειρία αναζητώντας την αληθοφάνειά τους τόσο στην ανθρώπινη καρδιά όσο και στην λογική.
O Γάλλος μαθηματικός Blaise Pascal το περιέγραψε ως εξής: «Η καρδιά έχει λόγους, οι οποίοι δεν είναι προσιτοί μέσω της λογικής». Το πιο γνωστό από αυτού του είδους τα επιχειρήματα είναι αυτό που αποκαλείται «επιθυμία του Θεού».

Πρόκειται για το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν μέσα τους μια λαχτάρα για κάτι που δεν κατέχεται, αλλά του οποίου η έλξη γίνεται ολοένα πιο έντονη. Οι χριστιανοί απολογητές υποστηρίζουν ότι αυτή η βαθιά αίσθηση λαχτάρας για κάθε τι το υπερβατικό βασίζεται στο γεγονός ότι είμαστε πλασμένοι για κοινωνία με τον Θεό. Δεν βρίσκει αλλού εκπλήρωση. Μία από τις πιο αυστηρές θεολογικές εκφράσεις του φαινομένου αυτού την συναντάμε στα γραπτά του ιερού Αυγουστίνου Ιππώνος: Ο Θεός δημιούργησε τα ανθρώπινα όντα και τα τοποθέτησε στην κορυφή της Δημιουργίας, ώστε εκείνα να εκπληρώνουν το σκοπό τους μέσω της απ’ευθείας σχέσης τους με τον ίδιο τον Θεό ως δημιουργό και σωτήρα τους. Χωρίς μια τέτοια προσωπική σχέση, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να είναι αυτό που προορίστηκε να είναι. Στην γνωστή προσευχή του ο Αυγουστίνος το εκφράζει ως εξής: «Μας δημιούργησες  για τον εαυτό Σου και οι καρδιές μας είναι ανήσυχες μέχρις ότου βρουν την ανάπαυσή τους σε Σένα»[1]. Η λαχτάρα για το θείο είναι συνεπώς «κλεισμένη» κατά κάποιον τρόπο μέσα στον άνθρωπο. Φωτίζει την ανθρώπινη φύση και αποκαλύπτει τον τελικό μας στόχο που (για τον Πασκάλ) είναι ο Θεός. «Τι άλλο μας δείχνει αυτή η λαχτάρα και ανικανότητά μας να βρούμε την εκπλήρωσή της αλλού, από το ότι υπήρχε κάποτε σε κάθε άτομο μια αληθινή ευτυχία, στην οποία το μόνο που απομένει είναι ένα ίχνος; ... Η άπειρη αυτή άβυσσος μπορεί να γεμίσει μόνο με κάτι άπειρο και αμετάβλητο - με άλλα λόγια, από τον ίδιο τον Θεό. Μόνο ο Θεός είναι το πραγματικό μας αγαθό»[2].

Επίσης, ο βρετανός συγγραφέας και απολογητής C. S. Lewis (Λούις) αναγνωρίζει τη σημασία τέτοιων μάταιων φιλοδοξιών σε πολλούς: «Υπήρξε κάτι που νιώσαμε εκείνη την πρώτη στιγμή της λαχτάρας, και που δεν εξαφανίζεται έτσι απλά»[3]. Το επιχείρημα του Λούις περί «επιθυμίας του Θεού» διατυπώνει όμορφα ο βρετανός επιστήμονας και θεολόγος Alister McGrath (Άλιστερ ΜακΓκράθ) ως εξής[4]:

1. Κάθε φυσική επιθυμία έχει ένα αντίστοιχο αντικείμενο και ικανοποιείται μόνο όταν αυτό επιτευχθεί ή βιωθεί.

2. Υπάρχει μια φυσική επιθυμία για υπερβατική εκπλήρωση, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί ή να βιωθεί με οτιδήποτε στον παρόντα κόσμο.

3. Αυτή η φυσική επιθυμία για υπερβατική εκπλήρωση μπορεί επομένως να γίνει πραγματικότητα μόνο πέρα ​​από τον παρόντα κόσμο, σε έναν κόσμο προς τον οποίο δείχνει η παρούσα τάξη πραγμάτων.

Κατά τον Λούις αποτελεί ο Θεός την ουσιαστική προϋπόθεση για την ικανοποίηση της ανθρώπινης επιθυμίας για υπερβατική εκπλήρωση. Η χριστιανική πίστη το ερμηνεύει αυτό ως ένδειξη για την κατανόηση του πραγματικού στόχου της ανθρώπινης φύσης. Ο Λούις υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μια βαθιά αίσθηση λαχτάρας μέσα τους η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με κάτι παροδικό ή φθαρτό: «Αν ανακαλύψω στον εαυτό μου επιθυμία την οποία καμία εμπειρία στον κόσμο αυτό δεν μπορεί να ικανοποιήσει, η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι φτιάχτηκε για έναν άλλο κόσμο»[5].

Τρία σημεία πρέπει να επισημάνει κανείς σχετικά με αυτήν την απολογητική προσέγγιση, εξηγεί ο ΜακΓκράθ :

Πρώτον, συνδέεται με μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία και συμμετέχει σε κάτι που έχει απήχηση σε πολλούς ανθρώπους. Προσφέρει εξήγηση για ένα συναίσθημα που πολλοί ανακαλύπτουν μέσα τους αλλά αναρωτιούνται τι σημαίνει.

Δεύτερον, η εμπειρία αυτή βρίσκει την ερμηνεία της. Δεν πρόκειται για μια τυχαία, χωρίς νόημα εμπειρία, αλλά για κάτι που δείχνει ότι η απάντηση βρίσκεται πέρα ​​από την ίδια την εμπειρία. Αυτό που κάποιοι ίσως να θεωρούν άσκοπη αναζήτηση σημασίας σε μια ενδόμυχη ανθρώπινη αναζήτηση, ξαφνικά αποκτά νόημα και εξήγηση.

Τρίτον, η εμπειρία αυτή εκδηλώνεται ως πύλη γνωριμίας με τον Θεού, επειδή μόνον ο Θεός είναι σε θέση να επιφέρει τον μετασχηματισμό της ανθρώπινης εμπειρίας. Μόνο ο Θεός είναι σε θέση να γεμίσει αυτό που ο Πασκάλ ονομάζει «άβυσσο» της ανθρώπινης φύσης. Δεν πρόκειται για οπορτουνιστική ή αυθαίρετη ερμηνεία της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά για μια αυστηρά θεολογική κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και του προορισμού της, αυτό που η Γαλλίδα φιλόσοφος Chantal Milon-Delsol αποκαλεί «επιθυμία της αιωνιότητας».

Υπάρχει λοιπόν κάτι στην ανθρώπινη φύση που ξεπερνάει τη λογική και τα όρια των εμπειριών μας, στην αναζήτηση νοήματος και σημασίας για την ύπαρξή μας και τον κόσμο. Αυτό μόνον ο Θεός είναι ικανός να εκπληρώσει!


[1] Αυγουστίνος Ιππώνος, Εξομολογήσεις, τομ. A’, κεφ. 1.

[2] Blaise Pascal, Σκέψεις, σ. 113 (αγγλ. έκδοση).

[3] C. S. Lewis, Mere Christianity (London: HarperCollins, 2002), σ. 134-38.

[4] Alister McGrath, Mere Apologetics, (Λονδίνο: SPCK, 2016), σ. 110.

[5] Lewis, ομ., σ. 136-37.