4 Δεκεμβρίου 2014

Το Άστρο της Βηθλεέμ στο φως νέων ανακαλύψεων στην αστρονομία

Ο καναδός αστροφυσικός Dr. Hugh Ross θεωρεί πως οι φετινές ανακαλύψεις στην αστρονομία υποστηρίζουν τη θεωρία του. Το Άστρο που οδήγησε τους Μάγους στον Χριστό ενδέχεται να είναι έκρηξη νόβας. Στην ιστοσελίδα του Reasons to Believe ο Ross εξηγεί:

Το άστρο που εμφανίστηκε στους Μάγους - ένδειξη της υπόσχεσης της άφιξης του Μεσσία και προτροπή για προσκύνημα στην Ιουδαία - έχει προκαλέσει αρκετές εικασίες [1]. Οι Μάγοι είδαν το ίδιο αστέρι να επανεμφανίζεται ένα με δύο χρόνια αφού το είχαν πρωτοδεί, στο σύντομο ταξίδι τους μεταξύ Ιερουσαλήμ και Βηθλεέμ, μετά από τις συνομιλίες τους με τον βασιλιά Ηρώδη και τους αυλικούς του. Το αστρικό αυτό συμβάν δεν καταγράφεται πουθενά αλλού στην αρχαία λογοτεχνία, γι' αυτό πρέπει αφ' ενός να ήταν αρκετά δραματικό για να τραβήξει την προσοχή των προσεκτικών Μάγων, αφ' ετέρου δε να ήταν αρκετά διακριτικό ώστε να μη προκαλέσει την προσοχή των υπόλοιπων αστρονόμων και αστρολόγων της εποχής. Το ερώτημα είναι τι είδους ουράνιο γεγονός ή αντικείμενο ταιριάζει στην περιγραφή του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου;

Όπως ανέφερα
σε προηγούμενο άρθρο μου, το καλύτερο είναι να είναι διστακτικός κανείς σχετικά με τις εξηγήσεις για το άστρο της Βηθλεέμ. Το δεύτερο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου μας δίνει μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Η λέξη που χρησιμοποιείται στο ελληνικό πρωτότυπο, "αστήρ", μπορεί να σημαίνει πολλά και διάφορα αστρονομικά σώματα, συμπεριλαμβανομένων άστρων, πλανητών, κομητών, αστεροειδών ή μετεωριτών [2]. Ευτυχώς, πρόσφατες ανακαλύψεις που δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά "Astronomy and Astrophysics" και "Astrophysical Journal" ρίχνουν νέο φως στις πιθανές εξηγήσεις για το άστρο των Χριστουγέννων.

Οι περισσότερες εξηγήσεις
για το Άστρο αφορούν το φαινόμενο σύζευξης δύο ουράνιων αντικειμένων, π.χ. δύο φωτεινών πλανητών ή ενός φωτεινού πλανήτη με τη σελήνη ή και ενός φωτεινού πλανήτη με ένα λαμπρό αστέρι, να εμφανίζονται κοντά-κοντά στον ουρανό. Το πρόβλημα είναι, πως αντικείμενα σε σύζευξη συνήθως παραμένουν διακριτά, ως δύο διακριτά σώματα δηλαδή, αλλά το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο μιλάει για "αστέρα" στον ενικό. Απ' όλες τις συζεύξεις που έλαβαν χώρα εντός του χρονικού πλαισίου των πέντε ετών, από το 5 π.Χ. (την πλέον ευνοούμενη για τη γέννηση του Χριστού ημερομηνία από τους μελετητές), μόνο η σύζευξη της Αφροδίτης και του Δία (στις 17 Ιουνίου του έτους 2 π.Χ.) έφεραν τα δύο ουράνια αντικείμενα αρκετά κοντά έτσι ώστε να εμφανιστούν ως ενιαίο αντικείμενο. Ωστόσο, αυτή η σύζευξη διήρκεσε μόλις μία ώρα και ήταν ορατή ως ενιαίο αντικείμενο μόνο στην Αμερική και τη νότια και δυτική Αφρική. Ακόμη περισσότερο, η σύνδεση αυτή έλαβε χώρα μετά το θάνατο του βασιλιά Ηρώδη, πράγμα το οποίο τοποθετεί την παρατήρηση των Μάγων πολύ αργά.

Άλλοι
έχουν υποθέσει πως επρόκειτο είτε για λαμπρό κομήτη είτε για υπερκαινοφανή αστέρα (σουπερνόβα). Αλλά, αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο δεν θα είχε σημειωθεί από τους μελετητές της Κίνας, της Ινδίας, της Αιγύπτου, της Ελλάδας ή της Ρώμης; Ειδικά τέτοια φαινόμενα όπως είναι οι κομήτες και οι υπερκαινοφανείς αστέρες. Άλλωστε δεν θα ταίριαζε με την περιγραφή του Ματθαίου πως το αστέρι πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από τους άλλους, πλην των Μάγων. Επίσης, είναι γνωστό ότι φαινόμενα όπως οι κομήτες, τα αστεροειδή, και φωτεινοί μετεωρίτες δεν επανεμφανίζονται ένα-δύο χρόνια αργότερα, με την ίδια εικόνα και στην ίδια θέση στον ουρανό.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που
υποστηρίζουν πως επρόκειτο για υπερφυσικής προέλευσης φαινόμενο, για άγγελο ή για την σεκινά, τη δόξα του Θεού. Το κείμενό μας, ωστόσο, δεν φαίνεται να υποστηρίζει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αν τέτοιου είδους θεωρίες μπορεί να είναι δημοφιλείς, πατούν ωστόσο σε μη στέρεο έδαφος, γι' αυτό και προτείνω μια άλλη δυνατότητα η οποία στέκει τόσο επιστημονικά όσο και βιβλικά.

Ακόμη και πριν
πιστέψω στον Χριστό, το Άστρο των 
Χριστουγέννων είχε ιδιαίτερη γοητεία επάνω μου. Όταν ήμουν διευθυντής παρατηρήσεων στην ομάδα του Βανκούβερ της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας του Καναδά, έδωσα μια διάλεξη σχετικά με το Άστρο της Βηθλεέμ στην οποία υποστήριζα ότι το άστρο ήταν ένας επαναλαμβανόμενος καινοφανής αστέρας (νόβα). Φωτεινοί καινοφανείς αστέρες είναι αρκετά σπάνιοι για να τραβήξουν την προσοχή των Μάγων (που, όπως φαίνεται, περίμεναν ένα σημάδι). Έχουν όμως αρκετά εξασθενημένη φωτεινότητα για να διαφύγουν την προσοχή των άλλων παρατηρητών. Σε αντίθεση με τους υπερκαινοφανείς αστέρες, καινοφανείς αστέρες μπορεί να εκραγούν πολλαπλώς. Ο αστέρας, ένας Λευκός Νάνος, συσσωρεύει επί αρκετό χρόνο μάζα από έναν άλλο αστέρα, τον Κόκκινο Γίγα, που τον συνοδεύει, μέχρις ότου υποβληθεί σε έκρηξη όπου η φωτεινότητα του όλου συστήματος αυξάνεται κατά αρκετές εκατοντάδες φορές. Κάποια απ' αυτά τα συστήματα Λευκός Νάνος-Ερυθρός Γίγαντας υπόκεινται σε πολλαπλές εκρήξεις.

Υπήρχε
όμως ένα απροσδόκητο εμπόδιο στην υπόθεση μου. Όλες οι επαναλαμβανόμενες εκρήξεις σε καινοφανείς αστέρες που οι αστρονόμοι είχαν παρατηρήσει μέχρι πρότινος δεν είχαν ρυθμό επανάληψης μικρότερο από τα 10 χρόνια, οι περισσότερες απ' αυτές μάλιστα συνέβαιναν μέχρι και έναν αιώνα μετά! Παρ' όλα αυτά, ως αστρονόμος, πίστευα πως ήταν επαρκώς δυνατή η επανάληψη έκρηξης ενός καινοφανούς αστέρα σε μικρότερο διάστημα από δύο χρόνια και είχα μάλιστα 'κολλήσει' σ' αυτή την εξήγηση, αν και έκανα και μια άλλη υπόθεση περί κατακλυσμικών μεταβλητών αστέρων [3].

Φέτος
, μια νέα έρευνα έδωσε συναρπαστική επικύρωση στην ιδέα επαναλαμβανόμενης έκρηξης σούπερνόβας μικρής περιόδου. Οι αστρονόμοι παρατήρησαν έκρηξη του καινοφανούς αστέρα M31N 2008-12a, επαναλαμβανόμενη εντός ενός έτους, μόνο [4]. Μετά από την ανακάλυψη αυτή, μια ομάδα τεσσάρων αστρονόμων απέδειξε πως ένα ορισμένο είδος Λευκού Νάνου εμφάνισε επαναλαμβανόμενες εκρήξεις καινοφανούς αστέρα σε σύντομη περίοδο δύο μηνών [5]. Ο ρυθμός περιστροφής ενός τέτοιου Λευκού Νάνου θα έπρεπε να είναι κοντά στο μηδέν και η μάζα του να είναι 1,38 φορές η μάζα του Ήλιου. Συνεπώς, θα έπρεπε να συσσωρεύει μάζα από έναν συνοδό αστέρα με ποσοστό προσαύξησης 0,00000036 της ηλιακής μάζας ανά έτος. Η ομάδα απέδειξε ότι για ενός έτους περίοδο έκρηξης καινοφανούς αστέρα απαιτείται ο Λευκός Νάνος να έχει μάζα 1,30 φορές (30 % επιπλέον δηλαδή) της ηλιακής μάζας, με το ποσοστό προσαύξησης 0,00000015 ηλιακές μάζες ανά έτος.

Αν και σπάνια στον Γαλαξία μας, τέτοιου είδους υψηλής μάζας, υψηλής συσσωρευτικότητας Λευκοί Νάνοι αναμένεται να υπάρχουν σε επαρκείς αριθμούς έτσι ώστε να δίνουν αξιοπιστία στην υπόθεση ύπαρξης ενός Άστρου της Βηθλεέμ.

Ως Χριστιανοί μπορούμε να αποδεχόμαστε το χριστουγεννιάτικο αστέρι ως σημάδι που οδήγησε τους Μάγους στον Μεσσία. Ατέρι που φέρνει Φως και Ελπίδα σ' έναν κόσμο μέσα στο σκοτάδι.



[1] Βλ. π.χ. Mark Kidger, The Star of Bethlehem: An Astronomer’s View (Princeton, NJ: Princeton University Press, 1999). Courtney Roberts, The Star of the Magi: The Mystery That Heralded the Coming of Christ (Pompton Plains, NJ: New Page Books, 2007). και Michael R. Molnar, The Star of Bethlehem: The Legacy of the Magi (Piscataway, NJ: Rutgers University Press, 2013) για να αναφέρω μόνο λίγα. Το Star of Bethlehem (2009) σε διασκευή του Frederick Larson είναι μπεστσέλλερ DVD στο θέμα αυτό.

[2] Joseph Henry Thayer, A Greek-English Lexicon of the New Testament (Grand Rapids, MI: Baker, 1977): σ. 81–82.

[3] Ένας κατακλυσμικός μεταβλητός αστέρας εντείνει την φωτεινότητά του εκατό φορές και πλέον, για μικρό μόνο χρονικό διάστημα. Οι αστρονόμοι έχουν παρατηρήσει αρκετά φαινόμενα κατακλυσμικών μεταβλητών αστέρων όπου διαδοχικές εντάσεις φωτεινότητας εναλλάσσονται εντός δύο ετών το πολύ, όμως οι κατακλυσμικές αυτές μεταβολές σπάνια συμβαίνουν στο ίδιο επίπεδο φωτεινότητας.

[4]
M. J. Darnley et al., “A Remarkable Recurrent Nova in M31 – The Optical Observations”, Astronomy and Astrophysics 563 (Μάρτιος 2014): L9 M, καθώς και Henze et al., “A Remarkable Recurrent Nova in M31 – The X-Ray Observations,” Astronomy and Astrophysics 563 (Μάρτιος 2014): L8, και Sumin Tang et al., “An Accreting White Dwarf Near the Chandrasekhar Limit in the Andromeda Galaxy,” Astrophysical Journal 786, 1 Μαΐου 2014, σ. 61.

[5]
Mariko Kato et al., “Shortest Recurrence Periods of Novae”, Astrophysical Journal
793, 1 Οκτωβρίου 2014, σ. 136.

18 Οκτωβρίου 2014

Τα όρια του ηθικού σχετικισμού

Φιλοξενώ ένα άρθρο του Κωστή Κοσμέα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Ζωή Αγάπης:

Πολλοί αποδέχονται σήμερα την ιδέα ότι τα ήθη και οι τρόποι μιας κοινωνίας χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο τύπο κοινωνίας. Κατά πόσο όμως ο πολιτιστικός αυτός σχετικισμός, που αναμφίβολα είναι δεδομένος, απαιτεί αναγκαστικά την αποδοχή και του ηθικού/γνωστικού σχετικισμού, δηλαδή της άποψης ότι δεν μπορεί να υπάρξουν καθολικές αρχές εγκυρότητας, αλήθειας ή ορθολογικότητας;

Αυτό που θα υποστηρίξω στο παρόν άρθρο είναι ότι η άκριτη αποδοχή του ηθικού/γνωστικού σχετικισμού οδηγεί αναπόφευκτα στην εγκατάλειψη δυνατοτήτων ανάπτυξης κριτηρίων επιλογής ή αξιολόγησης διαφορετικών κοινωνικών πλαισίων, με τραγικά αποτελέσματα. Για να το πούμε πιο απλά με ένα παράδειγμα, γιατί να μιλήσουμε για την καταπίεση της γυναίκας στις ανατολικές χώρες αφού τα κριτήρια εξαρτώνται πλήρως από τα εκεί συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά/αξιακά πλαίσια όπως υποστηρίζει ο ηθικός σχετικισμός; Και να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα; Άρα ποιό το νόημα της ίδιας της πολιτικής (προφανώς εδώ δεν αναφέρομαι στην πολιτική των κομματικών γραφείων αλλά ούτε από την άλλη μεριά στους πολιτικά απαθείς, στα άτομα που είναι τελείως αδιάφορα για τα κοινά ή σε εκείνα που θεωρούν ότι το μόνο πολιτικό καθήκον εξαντλείται μία φορά στα 4 χρόνια) αφού δεν υπάρχει ένα καθολικό κριτήριο με βάση το οποίο να μπορούμε να κρίνουμε και απλά υπάρχουν διαφορετικές πραγματικότητες, διαφορετικά «γλωσσικά παίγνια» (jeux de langage) για να το θέσουμε με τους όρους του Jean-François Lyotard, που όλες έχουν την ίδια αξία;

Και ναι, όπως αντιλαμβάνεστε είναι τραγικό να αποδεχτείς ότι οι ηθικές επιταγές είναι διαφορετικές ακόμα και μέσα στην ίδια κοινωνία. Γιατί έτσι, υπό τη λογική του κεφαλαιοκράτη για παράδειγμα, η ανισότητα κεφαλαίου-εργασίας είναι α-νόητη (άνευ νοήματος) γιατί δεν έχει νόημα στη δική του πραγματικότητα. Διαφορετική απλά η πραγματικότητα του κεφαλαιοκράτη, διαφορετική η πραγματικότητα του εργάτη. Ο εργάτης γιατί να εναντιωθεί στον κεφαλαιοκράτη; Ο μετανάστης που ζει και δουλεύει κυριολεκτικά σαν σκλάβος κάτω από άθλιες συνθήκες στα φραουλοχώραφα και αντιμετωπίζεται σαν εχθρός κάθε φορά που πάει να ζητήσει τα αυτονόητα, γιατί να εναντιωθεί στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, τη βία και την ανθρώπινη εκμετάλλευση που υφίσταται;

Θεωρείται δηλαδή ότι η ηθική διαμορφώνεται μέσα στην κοινωνία και ότι ηθική έξω από αυτήν δεν υπάρχει. Από τη στιγμή που η κοινωνία είναι ο χώρος μέσα στον οποίο γεννιούνται οι απόψεις για το σωστό και το λάθος, είναι ταυτόχρονα και η βάση τους, η υλική προϋπόθεση της ηθικής. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ηθική όμως μόνο μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Και αυτό δεν το ισχυρίζομαι ως μια απόλυτη βασική αρχή, αλλά ορμώμενος από παραδείγματα όπως το Χρυσό Κανόνα, δηλαδή το να «κάνουμε στους άλλους αυτά που θέλουμε και εμείς να μας κάνουν αυτοί», που η καθολικότητά του και η ασυνείδητη εφαρμογή του από ανθρώπους που μπορεί να μην έχουν ανοίξει κανένα βιβλίο, ούτε καν τη Βίβλο, είναι εντυπωσιακή. Και το γεγονός επίσης ότι αυτός ο κανόνας εκφράζεται λίγο ως πολύ στις περισσότερες θρησκείες και φιλοσοφικές τάσεις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους.

Επίσης, δεν είναι μόνο ο Χρυσός Κανόνας που εμφανίζεται ασυνείδητα στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Είναι επίσης ο νόμος της αμοιβαίας εξυπηρέτησης και ανταπόδοσης που καθορίζει πολλές φορές σιωπηρώς τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Αγαπά συνήθως κανείς επειδή τον αγαπούν, «αγαθοποιεί» αυτούς που τον «αγαθοποιούν», δανείζει ελπίζοντας στον τόκο κτλ. Και αρχές που εμφανίζονται ακόμα και στα ζώα όπως η συνεργασία/αμοιβαιότητα. Και για τα ζώα σίγουρα δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι κοινωνίες τους καθορίζουν αυτές τις αρχές.

Όλα αυτά τα παραδείγματα έρχονται να ανατρέψουν το επιχείρημα ότι αποκλειστικά η κοινωνία διαμορφώνει την ηθική. Οι μεταμοντέρνοι σχετικιστές επίσης ισχυρίζονται ότι πρέπει να εξετάσουμε τις συγκεκριμένες περιπτώσεις και να προσπαθήσουμε να τις κατανοήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα με ευμενή και μη κριτικό τρόπο. Πώς να σωπάσεις όταν βλέπεις μια γυναίκα να κακοποιείται βάναυσα, να πέφτει θύμα οικογενειακής βίας, συζυγικού βιασμού, ή ακόμη και να λιθοβολείται στη μέση του δρόμου; Αλλά ο ηθικός σχετικισμός θα σου πει ότι «όχι, η ηθική αυτή είναι δική τους ηθική και έχει την ίδια αξία με την ηθική που λέει ότι η γυναίκα είναι ίση με τον άνδρα». Γιατί για τον ηθικό σχετικισμό όλες οι ηθικές είναι εξίσου καλές.

Ο Lyotard ισχυρίζεται ότι κάθε απόπειρα επιβολής «ομοιογένειας» στο άπειρο πλήθος των «ετερόμορφων» γλωσσικών παιγνίων είναι τόσο ανέφικτη όσο και «τρομακτική». Για τον Lyotard μάλλον δεν είναι τρομακτικό το να βλέπεις να λιθοβολείται μια γυναίκα στο κεφάλι θαμμένη μέσα στο χώμα μέχρι να ξεψυχήσει!

Αυτή η διολίσθηση συνεπώς στον ηθικό σχετικισμό έχει ως αποτέλεσμα: (α) να μην αποτελεί «χειραφετική» κατάσταση για να τάσσεται κανείς υπέρ της, (β) να ενθαρρύνει την πνευματική και προσωπική αδιαφορία: αν όλες οι γνωστικές και ηθικές αξίες αναλογούν σε συγκεκριμένες κοινωνίες, τότε γιατί να διατυπώσουμε οποιαδήποτε φιλόδοξη αξίωση σχετικά με το τι είναι σωστό, δίκαιο κτλ.; Γιατί να ενδιαφερθούμε και να έχουμε άποψη για οτιδήποτε (και φυσικά δεν εννοώ εδώ το σύνδρομο του νεοέλληνα που έχει άποψη για τα πάντα);

Και το τελευταίο δεν είναι τυχαίο ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι η προσέγγιση των πολιτικών ζητημάτων από τους περισσότερους πρεσβευτές του σχετικισμού χαρακτηριζόταν συνήθως από ένα είδος στωικής αταραξίας και ιταμού κυνισμού, πράγμα που σήμαινε ότι μια τέτοια αποστασιοποίηση καθιστούσε τα όρια της όποιας αποτελεσματικής πολιτικής δράσης πολύ περιορισμένα. Με άλλα λόγια, όποιος κηρύσσει τον πλήρη ηθικό και πολιτικό σχετικισμό δεν συμβαδίζει πάντοτε με μια πολιτική εγρήγορση και καταλήγει αναπόφευκτα, πολιτικά μιλώντας, στην απογοήτευση και το συντηρητισμό.

Η διαπίστωση αυτή κάνει ακόμα και τον ίδιο τον Slavoj Žižek να παραδέχεται ότι «η αναγνώριση των διαφορών, ο σεβασμός για τους διαφορετικούς πολιτισμικούς, εθνοτικούς, θρησκευτικούς και σεξουαλικούς τρόπους ζωής, καθίσταται το κεντρικό ζήτημα, ως εάν ο απώτερος ηθικός μας ορίζοντας να ανάγεται στον σεβασμό της διαφοράς. Για να το θέσω με τους πιο ωμούς όρους, διαφωνώ κάθετα με αυτήν τη στάση. Δεν συμφωνώ ότι ο σεβασμός της διαφοράς μπορεί να αποτελεί τον απώτερο ορίζοντά μας. (…) Κατά τη γνώμη μου, και εδώ συμφωνώ με τον Μπαντιού, η διαφορά - με την έννοια της ετερότητας - ακόμα και αν τεθεί με τους πιο ριζοσπαστικούς ηθικοθεολογικούς όρους όπως συμβαίνει στον Λεβινάς, αποτελεί μια ηθικά ουδέτερη κατηγορία. Αμφιβάλλω ότι χωρίς κάποιο περαιτέρω κανονιστικό περιεχόμενο είναι δυνατόν να παραχθεί μια πολιτική μέσα από τον σεβασμό της ετερότητας».[1]

Το ότι μέσα στην ίδια κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές απόψεις περί ηθικής, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και καθολικές/οικουμενικές. Μπορεί κάποιος να θεωρεί κακό την ομοφυλοφιλία και ότι αυτός έχει το δίκιο με το μέρος του, αλλά θεωρεί επίσης σίγουρα κακό το να σκοτώσει τον ομοφυλόφιλο επειδή είναι ομοφυλόφιλος. Όπως και το αντίστροφο. Μπορεί κάποιος να θεωρεί καλό την ομοφυλοφιλία και ότι αυτός έχει το δίκιο με το μέρος του, αλλά θεωρεί επίσης σίγουρα κακό το να σκοτώσει τον ομοφοβικό επειδή είναι ομοφοβικός.

Αν η μεταχείριση ενός ανθρώπου καθορίζεται από τις διαφορετικές ηθικές στάσεις, τότε ας κάτσουμε στα αβγά μας αφού όλες οι ηθικές αξίες αναλογούν σε συγκεκριμένες κοινωνίες. Και όταν βλέπουμε και καμιά φωτογραφία δημόσιας κακοποίησης γυναίκας που διαρρέει από τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία απλώς να ανασηκώνουμε τους ώμους μας αδιάφορα γιατί δεν μας επιτρέπεται σύμφωνα με τον ηθικό σχετικισμό να κάνουμε κάτι άλλο. Κάποια πράγματα δεν είναι προϊόν επιχειρηματολογημένης διαπραγμάτευσης. Γιατί αν ήταν έτσι, αν πίστευαν όλοι στον ηθικό σχετικισμό, θα είχαμε ακόμα δουλεία.

Δεν μπορούμε να βγάλουμε νόημα από την απλή κατανόηση της φύσης των πραγμάτων και της ποιότητας των φαινομένων όπως ισχυρίζονται οι σχετικιστές, δίχως ένα ηθικό κριτήριο. Δεν μπορούμε με άλλα λόγια να διατυπώσουμε οποιαδήποτε ηθική κρίση μόνο από την εξέταση αυτής καθαυτής της πράξης και των αποτελεσμάτων της. Όσο και να εξετάσεις για παράδειγμα τη φύση αυτού καθαυτού του φόνου και την ποιότητά του ως πράξης, χωρίς το κριτήριο ότι είναι κακό να φονεύεις άλλον άνθρωπο, δεν θα βγάλεις νόημα. Απλά θα το εξετάζεις επ’ άπειρον. Δεν θεωρώ κατά συνέπεια ότι προϋπάρχει η σύνδεση μεταξύ φόνου και «ου φονεύσεις». Θεωρώ ότι προϋπάρχει ο ηθικός κανόνας που καθιστά αυτήν τη σχέση προφανή.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι οι ηθικοί κανόνες κατά τη γνώμη μου είναι οδηγίες για το πώς μπορούν οι άνθρωποι να ζουν εν αρμονία. Το «καλό» και το «κακό» δεν λέει τίποτε από μόνο του. Είναι απλά ανθρώπινες συμβάσεις, με την έννοια ότι ο καθένας δίνει μια ερμηνεία στο «καλό» και το «κακό» απλά για να καταλαβαινόμαστε. Δεν λένε αφ΄εαυτού τίποτα. Ο ηθικός κανόνας βρίσκεται πριν από την ανθρώπινη πράξη και δίνει έναν μπούσουλα για όλες τις υπόλοιπες πράξεις και αντίστροφα, η ανθρώπινη πράξη προϋποθέτει τη δεσμευτικότητα ενός κανόνα χωρίς τον οποίο θα ήταν εντελώς αυθαίρετη.

Όσο και να γνωρίσει κανείς την πραγματικότητα, χωρίς ένα ηθικό κριτήριο, δεν μπορεί να κάνει βήμα. Μιλάω για γενικές καθολικές αρχές που δίνουν έναν μπούσουλα για το πώς περίπου πρέπει να κινηθούν όλες οι υπόλοιπες πράξεις αν θέλουν οι άνθρωποι να ζουν εν αρμονία, μην κάνεις π.χ. αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν οι άλλοι κλπ. Είμαστε άνθρωποι και ορισμένες ηθικές αρχές είναι κοινές, άσχετα του αν βρισκόμαστε όλοι στις ίδιες συνθήκες, αν έχουμε της ίδιες γνώσεις, τις ίδιες εμπειρίες.

[1] βλ. Žižek, S., Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, Αθήνα: Scripta, 2006, σ. 400.

Ο Κωστής Κοσμέας είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και ολοκληρώνει την διατριβή του επάνω στην πολιτική σκέψη του Jürgen Habermas και του Κορνήλιου Καστοριάδη.

4 Οκτωβρίου 2014

Γιατί η σύγχρονη επιστήμη και η τεχνολογία αναπτύχτηκαν στην Ευρώπη;

Ποιά ήταν τα κίνητρα για την ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης; Και γιατί στην Ευρώπη; O ευαγγελικός θεολόγος Ερνστ Μπεντς, στο βιβλίο του με τίτλο «Πίστη στη δημιουργία και εσχατολογική προσδοκία» [1], αναφέρει πέντε νοητικές προϋποθέσεις που αναδεικνύουν τη βιβλική προσέγγιση ως την μόνη ικανή να εξηγήσει ικανοποιητικά γιατί η νεότερη επιστήμη και η τεχνολογία αναπτύχτηκαν στην χριστιανική Ευρώπη και όχι σε άλλους πολιτισμούς.

1.      Ο Θεός - Δημιουργός
Ο πρώτος παράγοντας είναι η χριστιανική αντίληψη της έννοιας του Θεού ως δημιουργού. Μπορεί κανείς αυτό να το θεωρήσει αυτονόητο, αλλά μόνο για μας που ζούμε στη Δύση. Αν θεωρήσει κανείς άλλες αναπτυγμένες θρησκείες όπως π.χ. τον βουδισμό, θα κατανοήσει ότι δεν υπάρχει σ' αυτόν η έννοια ενός προσωπικού θεού και κατ' ανάγκην ούτε η έννοια του δημιουργού της γης και του σύμπαντος. Με τα λόγια του Μπεντς: "Ειδικά ο βουδισμός δεν ανέπτυξε τεχνολογική κουλτούρα και πολλές από τις σχολές του χαρακτηρίζονται μάλιστα από μια αντι-τεχνολογική στάση" (σ. 136).
Στο επίκεντρο αυτού του επιχειρήματος βρίσκεται η πεποίθηση πως η Δημιουργία χαρακτηρίζεται από ευταξία για την οποία ο νομπελίστας στη βιοχημεία, Melvin Calvin, γράφει χαρακτηριστικά [2]: «Καθώς προσπαθώ να διακρίνω την προέλευση αυτής της πεποίθησης, μου φαίνεται πως αυτή βρίσκεται σε μια βασική έννοια που ανακαλύφθηκε 2.000 ή 3.000 χρόνια πριν, και που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στον δυτικό κόσμο από τους αρχαίους Εβραίους. ότι δηλαδή το σύμπαν διέπεται από ένα και μόνο Θεό, και δεν είναι το προϊόν ιδιοτροπιών πολλών θεών, ο καθένας διέποντας τη δική του περιοχή, σύμφωνα με δικούς του νόμους. Αυτή η μονοθεϊστική άποψη φαίνεται πως είναι η ιστορική βάση της σύγχρονης επιστήμης».

Ή, απλά με τα λόγια του C. S. Lewis: «Οι άνθρωποι στράφηκαν προς την επιστήμη, επειδή αναζητούσαν τον νόμο στη φύση και τον αναζητούσαν στη φύση επειδή πίστευαν ότι υπάρχει νομοθέτης».


2.      Η Φύση είναι δημιούργημα, όχι αντικείμενο λατρείας

Η Βίβλος από-μυθοποιεί τη Φύση και απελευθερώνει τον άνθρωπο στο να την προσεγγίσει χωρίς φόβο ή ενδοιασμούς. Επιτρέπει την χρήση της Φύσης για επιστημονικούς σκοπούς καθώς και την εκμετάλλευσή της δια μέσου της τεχνολογίας προς όφελός του.
Επίσης, ισχύει το εξής: Επειδή η Φύση είναι δημιουργία του Θεού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στη δομή της εκείνη χαρακτηρίζεται από ομαλότητα, συνοχή, λογικότητα και συνέπεια. Μόνο έτσι ο επιστήμονας μπορεί να προσεγγίσει τη Φύση και να εφαρμόσει επάνω της την επιστημονική μέθοδο.

3.      Ο ξεχωριστός ρόλος του ανθρώπου
Ο ειδικός αυτός ρόλος χαρακτηρίζεται στη Γραφή ως πλάσμα «κατ΄ εικόναν Θεού». Αυτή η έννοια του imago dei, κατά τον Μπεντς, δίνει στον άνθρωπο τη μεγαλύτερη ώθηση για επιστημονική δραστηριότητα και τεχνολογική ενασχόληση, επειδή μόνο εκείνος αποκτά την ικανότητα για ελεύθερη δημιουργικότητα, που μόνο ο Θεός κατείχε.

4.      Ο άνθρωπος καλείται να συμπράξει στην εξάπλωση της κυριαρχίας του Θεού
Κατ' αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος γίνεται «συνεργάτης» του Θεού όσον αφορά τον κόσμο και τη δημιουργία. Η εργασία κατά τη Βίβλο δεν θεωρείται απαξιωτική, όπως π.χ. στην αρχαία Ελλάδα, επειδή ο ίδιος ο Θεός εργάζεται. Η εργασία αυτή συμπεριλαμβάνει το έργο της «διαφύλαξης» και «ολοκλήρωσης» της δημιουργίας καθώς και τη διαχείρισή της ως συνεργάτης του Θεού.  Προσδοκώντας το τέλος των καιρών, που δεν ορίζει ο άνθρωπος, αλλά ο Θεός, ο χριστιανός γνωρίζει ότι έχει να απολογηθεί σ' Αυτόν.

5.      Η έννοια της «ενσάρκωσης»
Η βαθύτερη έννοια ως προϋπόθεση για την ενασχόληση με την επιστημονική και τεχνολογική δραστηριότητα βρίσκεται κατά τον Μπεντς στη δυαδική υπόσταση «πνεύμα-σάρκα» σε αντίθεση με την (αριστοτέλεια) υπόσταση «πνεύμα-ύλη». Σημειώνει με τα λόγια του αγγλικανού Ουίλλιαμ Τέμπλ: «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια θρησκεία, στην οποία η ύλη είναι το πραγματικό υπόβαθρο του πνεύματος και όπου 'πνεύμα' κατανοείται ως η δράση επάνω στην ύλη. Μόνο ο χριστιανισμός ανταποκρίνεται στην ανάγκη αυτή. Η κεντρική του διαπίστωση συνοψίζεται στο ότι 'ο λόγος σάρξ εγένετο' . Ο χριστιανισμός επομένως είναι η πιο υλιστική θρησκεία ανάμεσα σε όλες τις εξελιγμένες θρησκείες, επειδή, ενώ οι άλλες επιδιώκουν την πνευματικότητα αποστρεφόμενες από κάθε τι το υλικό, ο χριστιανισμός εκφράζει την πνευματικότητά του κυριαρχώντας πάνω την ύλη.» [3]
Στο βιβλίο του με τίτλο «Θρησκεία και η ανάπτυξη της μοντέρνας επιστήμης» [4] ο καθηγητής της Ιστορίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ούτρεχτ της Ολλανδίας, Ράγερ Χούικας επισημαίνει κάποιες ανεπάρκειες στην αρχαία ελληνική σκέψη, όπως π.χ. την θεώρηση της χειρωνακτικής εργασίας στην αρχαία Ελλάδα, που συνέβαλλε στο να μη επικρατήσει διαχρονικά η αρχαία ελληνική επιστημονική θεώρηση. Η νέα επιστημονική σκέψη κράτησε μεν τα απαραίτητα από την αρχαία σκέψη, γρήγορα όμως ανέπτυξε νέα γνώση.

[1]    Ernst Benz, Schöpfungsglaube und Endzeiterwartung (Πίστη στη δημιουργία και εσχατολογική προσδοκία), Nymphenburger Verlagshandlung, München 1965
[2]    Melvin Calvin, Chemical Evolution: Molecular Evolution towards the Origin of Living Systems on the Earth and Elsewhere, Oxford: Clarendon Press 1969, σ. 258
[3]    William Temple, The Case for Evangelization, στο: Proceedings of the Jerusalem Meeting of the International Missionary Council, 1928, vol. I, σ. 368-379
[4]    Reijer Hooykaas, Religion and the Rise of Modern Science, Scottish Academic Press, Edinburgh 1972

8 Σεπτεμβρίου 2014

Είναι αξιόπιστα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης;

Του Κωστή Κοσμέα

Τα Ευαγγέλια είναι 4. Αλλά πώς έγινε η επιλογή των συγκεκριμένων αυτών κειμένων και όχι κάποιων άλλων, δεδομένου ότι υπήρχαν πολλά την περίοδο εκείνη; 

Η απάντηση από έναν πιστό είναι το “μαξιλαράκι” πως όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη. Αλλά αυτό το επιχείρημα κατά πόσο μπορεί να σταθεί λογικά και ιστορικά και να πείσει έναν μη-πιστό για την αξιοπιστία των κειμένων της Καινής Διαθήκης (ΚΔ);

Σας καλύπτει η απάντηση ότι το Πνεύμα ήταν εκείνο που καθοδήγησε στον καθορισμό των βιβλίων; Αν σας καλύπτει απλά πατήστε το “x” επάνω δεξιά – δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσετε την ανάγνωση του υπολοίπου, και ούτε σκοπός μου εδώ είναι να σκανδαλίσω κανέναν στην πίστη του.

Ξέρουμε τα πάντα γύρω από θεολογία, για τα πιο βαριά πνευματικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε απ’ έξω τα βιβλία της ΚΔ (και αντίστροφα) αλλά όταν ένας αμφισβητήσει την αξιοπιστία των κειμένων της πελαγώνουμε και δεν ξέρουμε τι να πούμε, όχι τόσο σ’ αυτόν αλλά στον ίδιο μας τον εαυτό. Καταρχήν, με την έννοια αξιοπιστία εδώ εννοώ το να έχουμε για ένα κείμενο, γεγονός ή πρόσωπο, επαρκείς και ικανοποιητικές αποδείξεις ότι είναι αυτό που παρουσιάζεται σε εμάς. Στο παρόν άρθρο εξετάζω την αξιοπιστία των κειμένων της ΚΔ με την έννοια του αν τα βιβλία που περιέχονται στην ΚΔ είναι αληθινά, έγκυρα, μπορεί κανείς να τα εμπιστευτεί ότι είναι αυτά τα σωστά και όχι κάποια άλλα. Είμαι της άποψης ότι ένα τέτοιο ερώτημα είναι βάσιμο και οι λογικές απαντήσεις επιθυμητές επειδή η πίστη πρέπει να στηρίζεται και σε λογικά θεμέλια. Εκτός του ότι ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με τη λογική ικανότητα - και αν θέλετε να το πούμε και αλλιώς, είναι κάτι που διαχωρίζει τον άνθρωπο απ’ τα υπόλοιπα ζώα - αν δεν χρησιμοποιούμε αυτό το εφόδιο, τότε γιατί να μην ασπαστούμε και το οτιδήποτε που δεν έχει αναφορά στη λογική π.χ. και τις διάφορες συνομωσιολογικές θεωρίες του σωρού, ότι μας ψεκάζουν ή ότι δεν είμαστε άνθρωποι αλλά κρυμμένες σαύρες; Κατά τη γνώμη μου, πιστεύει κανείς σωστά όταν διερευνά την πίστη του με κάθε σίγουρο στοιχείο. Είναι αυτό που έλεγε ο Χιούμ ότι ο σώφρων ρυθμίζει την πίστη του ανάλογα με τα τεκμήρια.
Αλλά εδώ φυσικά μπαίνει η προαίρεση. Αν δεν θες να αποδεχθείς κάτι (ή διότι δεν σε συμφέρει ή διότι φοβάσαι να το αποδεχθείς κλπ.), όσες αποδείξεις και να σου φέρουν θα έχεις κλειστά τα μάτια σου. Δικαίωμά σου να αποδέχεσαι ό,τι θέλεις. Να ξέρεις όμως πώς έχουν τα πράγματα. Και αν δεν μπορείς τίποτε περισσότερο να προσθέσεις, σημαίνει ότι έφτασες σε ένα σημείο που πρέπει να τοποθετηθείς ενσυνείδητα μπροστά σε αυτό το θέμα. Ο άνθρωπος πιστεύει καλύτερα σε ψέματα που τον ικανοποιούν παρά στην αλήθεια που τον κάνει να αισθάνεται άβολα.

Η mainstream άποψη που βρίσκεται στο top 10 των απόψεων που πρέπει να έχει ένα άτομο αν θέλει να είναι in γύρω από ό,τι έχει να κάνει με τη θρησκεία, το «δεν υπήρχε ως ιστορικό πρόσωπο ο Ιησούς». Τα πρώτα βήματα λοιπόν για τον καθορισμό της λεγόμενης Καινής Διαθήκης έγιναν στις αρχές περίπου του 2ου αι. μ.Χ. οπότε και υπάρχουν μαρτυρίες για την κυκλοφορία δύο συλλογών χριστιανικών βιβλίων στην τότε εκκλησία.[1] Δεν έγιναν από κανένα αρχιεπίσκοπο. Ο καθορισμός της Καινής Διαθήκης είχε ήδη αρχίσει από τις αρχές περίπου του 2ου αι. μ.Χ. όταν τα τέσσερα ευαγγέλια αποτέλεσαν από πολύ νωρίς μια συλλογή που έγινε αρχικά γνωστή σαν «το Ευαγγέλιο». Αυτή η συλλογή δεν ήταν εγκεκριμένη από κάποιον επίσκοπο της εποχής, αλλά αντίθετα ήταν τόσο αυταπόδεικτη στην Εκκλησία, που οι επίσκοποι απλά αναγνώρισαν αυτό το πράγμα (π.χ. ο Ειρηναίος). Και ας μη ξεχνάμε ότι τα συγκεκριμένα ευαγγέλια γράφτηκαν σε μια εποχή που βρίσκονταν εν ζωή πολλοί από εκείνους που μπορούσαν να θυμηθούν τι είπε και τι έκανε ο Χριστός. Και φυσικά δεν ήταν εύκολο, όπως μερικοί συγγραφείς νομίζουν, να εφεύρει κάποιος λόγια ή έργα του Ιησού σε κείνα τα πρώτα χρόνια, τη στιγμή που υπήρχαν τόσοι μαθητές του, που μπορούσαν να θυμηθούν τι συνέβηκε και τι όχι. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Βιβλικής Κριτικής και Εξήγησης στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ F. F. Bruce: «Οι πρώτοι χριστιανοί πρόσεχαν πολύ στο να διαχωρίζουν τα λόγια του Ιησού απ’ τις δικές τους αντιλήψεις ή κρίσεις π.χ. ο Παύλος όταν συζητάει τα επίμαχα θέματα του γάμου και του διαζυγίου, στην Α’ Προς Κορινθίους Επιστολή 7, είναι πολύ προσεκτικός στο να διαχωρίσει τη δική του συμβουλή πάνω στο θέμα απ’ τον αποφασιστικό κανόνα του Κυρίου: «Λέγω εγώ, ουχί ο Κύριος» και «ουκ εγώ, αλλά ο Κύριος». Δεν ήταν μόνο οι γνωστοί αυτόπτες μάρτυρες, τους οποίους οι πρώτοι κήρυκες έπρεπε να συμβουλεύονται. Υπήρχαν κι άλλοι, λιγότερο γνωστοί, γνώστες όμως των κύριων γεγονότων της διακονίας και του θανάτου του Ιησού. Οι μαθητές δεν ανέχονταν να ρισκάρουν με ανακρίβειες (για να μη μιλήσουμε για εσκεμμένη τροποποίηση γεγονότων), οι οποίες θα έρχονταν στο φως από εκείνους, οι οποίοι θα ήταν πάρα πολύ ευτυχείς να το κάνουν. Αντίθετα, ένα απ’ τα σταθερότερα στοιχεία του πρώτου αποστολικού κηρύγματος είναι η πιστή επίκληση της γνώσης των ακροατών. Δεν έλεγαν μόνο, «Είμαστε μάρτυρες αυτών των πραγμάτων» αλλά και «καθώς και εσείς εξεύρετε» (Πράξεις Αποστόλων 2, 22)». Το ότι κι άλλα ευαγγέλια κυκλοφορούσαν εξίσου νόμιμα στην εκκλησία δεν προκύπτει από πουθενά. Αντίθετα υπάρχει μαρτυρία από το 115 μ.Χ. του Ιγνάτιου, επισκόπου της Αντιοχείας[2], που αναφέρεται στα γνωστά σε μας ευαγγέλια ότι ήταν τα μόνα αναγνωρισμένα στους κύκλους της Εκκλησίας. Kαι παλιότερη ακόμα από το 95 μ.Χ. του Κλήμη της Ρώμης που αναφέρει τουλάχιστον οχτώ βιβλία της ΚΔ [3]. Οι συνελεύσεις που λένε, έγιναν πολύ αργότερα και δεν έκαναν κάτι ιδιαίτερο απλώς κωδικοποίησαν ό,τι ήδη ήταν αποδεκτό σ’ αυτές τις κοινότητες.

Άρες μάρες κουκουνάρες λοιπόν λένε τα «ευαγγέλια» εκείνα που ο καθένας προσπαθεί από μόνος του να τα θεωρήσει αξιόπιστα χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά πέρα από το ότι σχετίζονται με τα γεγονότα της εποχής του Χριστού. Θυμάστε πόσα πράγματα δεν θεωρήθηκαν για κάποιο διάστημα αξιόπιστα (π.χ. η. Ιερά Σινδόνη) μέχρι να αποδειχτεί τελικά η αναξιοπιστία τους.

[1] Bruce, F.F., Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, είναι αξιόπιστα άραγε; Αθήνα: Πέργαμος, 1987, σ. 23.
[2] O Ιγνάτιος, επίσκοπος Αντιοχείας στη Συρία, είναι γνωστός κυρίως ως ο συγγραφέας 7 επιστολών-γραμμάτων που είχαν εξαιρετική επιρροή στην πρώιμη εκκλησία. Ήταν προφανώς ανήσυχος για την αντιμετώπιση των διδασκαλιών των δύο ομάδων: των Ιουδαϊζόντων, οι οποίοι δεν αποδέχονταν την αυθεντία της Καινής Διαθήκης (αν και η ΚΔ δεν είχε συγκροτηθεί την περίοδο εκείνη)·και των Δοκητών, οι οποίοι έκριναν ότι τα βάσανα και ο θάνατος του Χριστού ήταν μόνο φαινομενικά. Οι επιστολές-γράμματα αυτές παραθέτονται συχνά για να δείξουν τι πεποιθήσεις υπήρχαν στην πρώιμη εκκλησία. Οι επιστολές-γράμματα αυτές μπορούν να βρεθούν εδώ. 
[3] Οι αναφορές αυτές υπάρχουν στην επιστολή-γράμμα του προς τους Κορινθίους και μπορεί να βρεθεί εδώ. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε ορισμένα: Ο Κλήμης γράφει: For thus He spoke: «Be merciful, that you may obtain mercy; forgive, that it may be forgiven to you; as you do, so shall it be done to you; as you judge, so shall you be judged; as you are kind, so shall kindness be shown to you; with what measure you measure, with the same it shall be measured to you». Αυτό είναι μια παράθεση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου 7, 2. Επίσης, σε ένα άλλο σημείο γράφει: For [the Scripture] says, «Eye has not seen, nor ear heard, neither has it entered into the heart of man, the things which He has prepared for those who wait for Him». Αυτό είναι μια παράθεση από την Α’ Κορ. 2, 9.

Ο Κωστής Κοσμέας είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας. Αναδημοσιεύω, αποσπασματικά, το άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Ζωή Αγάπης» στις 17 Οκτωβρίου 2013.

15 Αυγούστου 2014

Πίστη και Λογική - Μπορούν να συνυπάρξουν;

Του Κωστή Κοσμέα

«Αδυνατώ να πιστέψω κάτι για το οποίο δεν έχω την παραμικρή ένδειξη, δεν στέκει σε καμία λογική διεργασία κι έρχεται συχνά σε άμεση σύγκρουση με τα ευρήματα και τις μεθόδους της επιστήμης», «Δεν υπάρχει καμία εμπειρική απόδειξη για την ύπαρξη του θεού», «πιστεύω μόνο τα μάτια μου» είναι συνήθως αυτά που ακούμε από τους περισσότερους ανθρώπους για το γιατί δεν πιστεύουν στο Θεό (ή για την ακρίβεια προσπαθούν να απαλλαγούν από αυτό το ζήτημα βρίσκοντας καταφύγιο πίσω από ισχυρά άλλοθι).

Αυτό το πράγμα όμως που ακούγεται σχεδόν παντού είναι νοηματικά ΤΕΛΕΙΩΣ λάθος, το να θες δηλαδή να πιστέψεις μόνο σε κάτι που αποδεικνύεται λογικά. Πιστεύεις σε κάτι που ΔΕΝ βλέπεις, που ΔΕΝ έχεις εμπειρική απόδειξη για την ύπαρξή του. Γι’ αυτό πιστεύεις σ’ αυτό.

Ειδάλλως δεν θα πίστευες. Θα οδηγούσε τη γνώση του κατά κάποιο τρόπο αναγκαστικά. Σύμφωνα με το διαπιστωμένα καλύτερο ορισμό που έχει διατυπωθεί ποτέ για την πίστη, πίστη σημαίνει «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ού βλεπομένων». Συνεπώς το ότι δεν πιστεύω στο Θεό επειδή δεν έχω κάποια λογική απόδειξη για την ύπαρξή του (με την έννοια ότι αν είχα λογική απόδειξη θα… πίστευα) είναι μια πρόταση άτοπη. Επίσης, το να δεχόσουνα μόνο κάτι που μπορεί να αποδειχτεί – ουτοπικές απόψεις τύπου Ρίτσαρντ Ντόκινς – κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά εμποδιστικό στη ζωή μας. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε βήμα. Για να μπεις σε ένα ασανσέρ, θα έπρεπε να φωνάξεις πρώτα το μηχανικό να σου αποδείξει ότι το ασανσέρ που πρόκειται να χρησιμοποιήσεις δεν θα πέσει ή ο οδηγός του λεωφορείου ότι θα οδηγήσει το λεωφορείο στην καθορισμένη πορεία του και δεν θα σε πάει από αλλού λόγω απροσεξίας ή λόγο απειρίας ή ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να υπάρχουν στο μέλλον όπως υπήρχαν στο παρελθόν: η επόμενη αναπνοή μας δεν θα μας πνίξει, το πάτωμα δεν θα καταρρεύσει στο επόμενο βήμα μας – και εκατοντάδες άλλα πράγματα αυτού του είδους. Για ποιους λόγους τα πιστεύουμε; Είναι πολύ δύσκολο να βρούμε κάποιο καλό λόγο. Την πίστη καθαυτή τη χρησιμοποιούμε συνεχώς στη ζωή μας. Ακόμα και χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Πιστεύουμε σε πράγματα σε κάθε μας βήμα, κάθε στιγμή. Σε πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο γνώσης των αισθήσεών μας. Εάν, λοιπόν, η εντύπωσή μας είναι ότι η πίστη μπορεί να καταστεί προφανής με απολύτως λογικό τρόπο (καταρχήν τότε θα έπαυε να μιλάμε για πίστη) ή ότι για να βιωθεί η ανθρώπινη ζωή αρκεί μόνο η λογική, τότε αναφύονται τρομακτικές δυσκολίες.

Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δίνουμε λευκή επιταγή στην πίστη και εξοβελίζουμε τελείως τη λογική από τη ζωή μας. Και ναι, δυστυχώς, εν έτει 2014, υπάρχουν γύρω μας τέτοιες απόψεις που το υποστηρίζουν αυτό («τα πάντα είναι πνευματικά» ακούμε πολλές φορές, όλα έχουν πνευματική αιτία κ.ά.). Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα πρέπει να γελάμε όταν ακούμε για παράδειγμα τον Πατριάρχη Σερβίας να λέει ότι η Κοντσίτα φταίει για τις πλημμύρες στα Βαλκάνια, απλά επειδή ανήκει σε «αντίθετο» δόγμα ή να εξανιστάμεθα όταν η Αθανασία του Αιγάλεω ισχυριζόταν πριν χρόνια ότι η Παναγία έγραφε πάνω στο στήθος της θεία μηνύματα. Και από την πλευρά μου δεν εξεπλάγην καθόλου όταν άκουσα ιδίοις ωσίν ότι το φονικό τσουνάμι στην Ινδονησία έγινε γιατί … τους τιμώρησε ο Θεός για την πανσεξουαλικότητά τους! Τα πάντα είναι πίστη. Και αν θεωρούμε πραγματικά ότι τα πάντα είναι πίστη, τότε δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι το ένα έχει βάση ενώ το άλλο δεν έχει, να χαρακτηρίζουμε «τυφλούς» τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι αν περάσουν κάτω από μια εικόνα θα γιατρευτούν ή ότι αν ανέβουν γονατιστοί στον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας στην Τήνο θα τους βοηθήσει η Θεοτόκος στον προσωπικό Γολγοθά τους. Και εν τέλει, αν ήταν έτσι, αν όλα έχουν πνευματική αιτία, τότε να μην καταφεύγουμε στο γιατρό όταν είμαστε άρρωστοι. Αν δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό κριτήριο με βάση το οποίο να μπορούμε να κρίνουμε τις προσωπικές μας πεποιθήσεις, αν η λογική εξοβελίζεται ως εργαλείο και κινούμαστε αποκλειστικά με κριτήρια πέραν της λογικής, τότε ο δρόμος ανοίγει στις πιο απίθανες υποθέσεις και δεν υπάρχει κανένα κριτήριο που να λέει ότι δεν είναι εξίσου βάσιμο η πίστη στο Θεό με την πίστη στο μάτι, τις κρυμμένες αδελφότητες, εξωγήινους, αεροψεκασμούς και νεράιδες (ή όλα αυτά μαζί). Και αν αυτό αφορά την προσωπική ζωή του καθενός, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα – ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει και να πιστεύει ό,τι θέλει –, αν σε μια ορισμένη αρρώστια κάποιος θα επιλέξει να πάει στον γιατρό ή θα θεωρήσει ότι… τον τιμωρεί ο Θεός. Όταν όμως η πίστη συναντά την εξωστρέφεια, τότε τα πράγματα μπορούν ενίοτε να γίνουν και επικίνδυνα – και είναι σε αυτό το σημείο που μπορεί να γεννηθεί ο φονταμενταλισμός.

Η συζήτηση αυτή προφανώς δεν είναι καινούργια αλλά είναι πτυχές ενός ζητήματος που απασχολεί το θρησκευόμενο κόσμο (και όχι μόνο αυτόν) τουλάχιστον από τον Θωμά τον Ακινάτη και έχει οδηγήσει στις μεγαλύτερες φιλοσοφικές τιτανομαχίες. Η συζήτηση όμως αυτή αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια με την κατάρρευση των προσδοκιών του Διαφωτισμού, της απόλυτης πίστης στη δύναμη του ορθού λόγου. Σε μια περίοδο προφανώς που ο δυτικός κόσμος έχει εμποτιστεί από την απογοήτευση και την αντίδραση απέναντι στην απόλυτη κυριαρχία της λογικής το πεδίο ανοίγει για τις πιο απίθανες υποθέσεις και έχει ρίξει τον κόσμο στους πιο παράλογους συνδυασμούς. Σήμερα, όχι μόνο στα χωριά αλλά και στους ουρανοξύστες των πόλεων, πλάι στον 21ο ζουν ακόμα ο 10ος και ο 13ος αιώνας. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν το ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς να έχουν πάψει να πιστεύουν στο μάτι. Επιστήμονες ιατροί πιστεύουν σε κρυμμένες αδελφότητες και αεροψεκασμούς. Οι πιλότοι, που κυβερνούν τα πιο σύγχρονα αεροσκάφη φτιαγμένα από τη μεγαλοφυΐα του ανθρώπου, φορούν φυλαχτά κάτω από τα μπουφάν τους.

Προσοχή, δεν μιλάω εδώ για την πίστη αυτή καθαυτή ως φαινόμενο αλλά για την πίστη σε κάτι. Γιατί να με ενδιαφέρει να έχω τεκμήρια για την πίστη μου; Εκτός του ότι, αν σας ικανοποιεί αυτό, ο Θεός μας έδωσε τη λογική ικανότητα, τη λογική/υπολογιστική/αναλυτική δηλαδή ικανότητα (αλλιώς γιατί να μας την έδινε;), έτσι, με το να έχω τεκμήρια για την πίστη μου, είναι περισσότερο πιθανό ότι θα είναι αληθής και διότι έτσι είμαστε πιο σίγουροι ότι είναι αληθής. Και τα δύο είναι σημαντικά. Θέλουμε οι πίστεις μας να είναι αληθείς, επειδή τις χρησιμοποιούμε για να κατευθύνουμε τις πράξεις μας και οι πράξεις που κατευθύνονται από αληθείς πίστεις είναι, γενικώς, πιο αποτελεσματικές. Ας πάρουμε το πιο απλό παράδειγμα για να το καταλάβουμε. Ας συγκρίνουμε τις πράξεις και το βαθμό αποτελεσματικότητας δύο ανθρώπων που και οι δύο επιθυμούν να πιούν μπύρα: ο ένας πιστεύει – λανθασμένα – ότι η μπύρα είναι στο ψυγείο, ο άλλος πιστεύει – σωστά – ότι είναι ακόμη στο αυτοκίνητο. Και βοηθάει να υποστηρίζουμε τις πίστεις μας με σιγουριά επειδή έτσι προχωρούμε και ενεργούμε δίχως να αμφιταλαντευόμαστε.

ΟΚ. Αφού δεν εξοβελίζουμε τη λογική από την πίστη, πού βρίσκεται τότε η χρυσή τομή μεταξύ τους, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. 
«Τίποτα δεν είναι τόσο συνεπές με το Λόγο όσο η ίδια η άρνηση του Λόγου» είχε πει ο μεγάλος μαθηματικός και φυσικός Μπλεζ Πασκάλ. Η ορθή άσκηση της λογικής σταματά στο σημείο που πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτήν: το πεδίο της πίστης. Και αντίστροφα: η ορθή άσκηση της πίστης σταματά στο σημείο που πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτήν: το πεδίο της λογικής ικανότητας και κρίσης.

Ο Κωστής Κοσμέας είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και ολοκληρώνει την διατριβή του επάνω στην πολιτική σκέψη του Jürgen Habermas και του Κορνήλιου Καστοριάδη. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Ζωή Αγάπης 

5 Ιουλίου 2014

Το δηλητηριώδες νέφος και η ευθύνη του επιστήμονα

Ο Φριτς Χάμπερ (Fritz Haber) γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1868 στο Μπρέσλαου, το σημερινό Βρότσλαβ της Πολωνίας. Οι γονείς του ήταν εβραίοι και ανήκαν στις πιο παλιές οικογένειες της πόλης. Σπούδασε χημεία και ανέπτυξε μαζί με τον Καρλ Μπος στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης τη μέθοδο Χάμπερ-Μπος, που συνίσταται στην καταλυτική σύνθεση αμμωνίας από ατμοσφαιρικό υδρογόνο και άζωτο, σε υψηλή θερμοκρασία και πίεση. Το 1918 ο Χάμπερ τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ Χημείας για την εργασία του αυτή. Η μέθοδος Χάμπερ-Μπος υπήρξε ένα ορόσημο στην ιστορία της βιομηχανικής χημείας, επειδή ανεξαρτητοποίησε την παραγωγή προϊόντων του αζώτου (λιπασμάτων, εκρηκτικών, κ.ά.) από τα αποθέματα ορυκτών, ιδίως του νιτρικού νατρίου, που εξορυσσόταν μόνο στη Χιλή. Έτσι η παραγωγή φθηνών νιτρικών λιπασμάτων απέτρεψε την πείνα εξαιτίας του υπερπληθυσμού της γης.
Ο Χάμπερ διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο και στην ανάπτυξη των χημικών όπλων (αερίων) του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Μέρος αυτού ήταν και η σχεδίαση και κατασκευή μάσκας αερίου με απορροφητικά φίλτρα. Εκτός από την καθοδήγηση των ομάδων παρασκευής χλωρίου και άλλων αερίων για χρήση στον πόλεμο χαρακωμάτων, ο Χάμπερ ήταν προσωπικά παρών για να επιβλέπει την ασφαλή για τους γερμανούς στρατιώτες απελευθέρωση των αερίων κατά του εχθρού. Θεωρείται «πατέρας των χημικών όπλων»  και  ήταν υπερήφανος γι' αυτές τις υπηρεσίες που προσέφερε προς την πατρίδα του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τις οποίες και του δόθηκε ο βαθμός του λοχαγού από τον Κάιζερ, γεγονός σπάνιο για έναν επιστήμονα μεγάλης ηλικίας. Στις μελέτες του πάνω στις επιδράσεις των δηλητηριωδών αερίων, ο Χάμπερ ανακάλυψε,  ότι η έκθεση σε χαμηλές συγκεντρώσεις δηλητηριώδους αερίου για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε συχνά τα ίδια αποτελέσματα με την έκθεση σε υψηλές συγκεντρώσεις του ίδιου αερίου για μικρό χρονικό διάστημα. Διετύπωσε μια απλή μαθηματική σχέση ανάμεσα στη συγκέντρωση του αερίου και στον χρόνο εκθέσεως που χρειαζόταν για να επέλθει θάνατος. Αυτή η σχέση έγινε γνωστή ως «Κανόνας του Χάμπερ». Υπερασπίσθηκε τα χημικά όπλα ενάντια στις κατηγορίες ότι ήταν «απάνθρωπα», λέγοντας ότι ο θάνατος ήταν θάνατος, ανεξάρτητα από το μέσο που τον επέφερε. Κατά τη δεκαετία του 1920, επιστήμονες που εργάζονταν στο ινστιτούτο του ανέπτυξαν το χημικό προϊόν υδροκυανίου γνωστό ως «Κυκλώνας Β» (Zyklon B), που χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο, καθώς και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στα Ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης.

Το 1901 ο Φριτς Χάμπερ παντρεύτηκε την Κλάρα Ίμερβαρ και το 1902 απέκτησαν ένα γιο, τον Χέρμαν. Η σύζυγος του, που ήταν και η ίδια χημικός (από τις πρώτες γυναίκες κατόχους διδακτορικού χημείας στην ιστορία παγκοσμίως), ήταν αντίθετη με την ενασχόλησή του με τα δηλητηριώδη αέρια και αυτοκτόνησε με το υπηρεσιακό  πιστόλι του άνδρα της στον κήπο τους στις 2 Μαΐου 1915, αντιδρώντας στην επιτόπια παρουσία του κατά την πρώτη επιτυχημένη χρήση χλωρίου στη δεύτερη Μάχη του Υπρ στις 22 Απριλίου 1915. Την ίδια ημέρα όμως ο Χάμπερ αναχώρησε για το Ανατολικό Μέτωπο, για να οργανώσει και να επιβλέψει προσωπικά την απελευθέρωση δηλητηριωδών αερίων κατά των Ρώσων.

Με την άνοδο του αντισημιτισμού στη γερμανική κοινωνία, ο γερμανο-εβραίος Χάμπερ, υποχρεώθηκε να φύγει από τη Γερμανία το 1933 εξαιτίας των διωγμών των Ναζί. Πήγε στο Κέμπριτζ της Αγγλίας για λίγους μήνες, αλλά ποτέ πια δεν εγκαταστάθηκε κάπου μόνιμα. Τον Ιανουάριο 1934, σε ηλικία 65 ετών, ο Φριτς Χάμπερ, απογοητευμένος από την κατασυκοφάντηση των (πραγματικά σημαντικών) επιστημονικών επιτευγμάτων του στην ίδια του την πατρίδα, πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ένα ξενοδοχείο της Βασιλείας στην Ελβετία. 
Τα μέλη της οικογένειας του Χάμπερ διέφυγαν επίσης από τη ναζιστική Γερμανία. Η δεύτερη σύζυγός του Σαρλότ εγκαταστάθηκε στην Αγγλία με τα δύο τους παιδιά. Ο γιος του Χέρμαν, από την Κλάρα, μετανάστευσε στις ΗΠΑ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αυτοκτόνησε το 1946. Ως τραγική συνέπεια των επιστημονικών δραστηριοτήτων του Χάμπερ, κάποιοι συγγενείς του πέθαναν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης από τον «Κυκλώνα Β» που εφευρέθηκε στο ίδιο του το εργαστήριο. Ο γιος του Λούντβιχ (1921-2004), έγινε σημαντικός ιστορικός του χημικού πολέμου και επηρεασμένος από τα γεγονότα έγραψε το βιβλίο «Το δηλητηριώδες νέφος» που εκδόθηκε το 1986 [1].

Η επιστήμη και η τεχνολογία δεν είναι σε θέση να δώσουν μια ικανοποιητική απάντηση στο θέμα της ευθύνης, επειδή αυτό εναπόκειται στην ατομική ευθύνη του επιστήμονα, ειδικά όταν πρόκειται για προβλέψιμες συνέπειες των πράξεων και των παραλείψεων του. Ο φυσικός Carl Friedrich von Weizsäcker θεωρεί πως ως επιστήμονας κανείς δεν έχει ευθύνη με τη νομική, αλλά με την ηθική της έννοια. Δηλώσεις εκ μέρους της επιστημονικής κοινότητας απηχούν μια ρεαλιστική-ουμανιστική προσέγγιση για υπεύθυνη δράση, δηλαδή: Αν ως ανθρωπότητα δεν δράσουμε υπεύθυνα, εμείς οι ίδιοι θα στερήσουμε στον εαυτό μας, αργά ή γρήγορα, από τα προς το ζην. 

Μια βιβλική προσέγγιση θεωρεί τον άνθρωπο ως διαχειριστή της δημιουργίας. Ο ρόλος του επιστήμονα είναι παρόμοιος μ’ αυτόν ενός χαρτογράφου που εξερευνά νέα εδάφη και περιγράφει την πραγματικότητα βάσει ενός μοντέλου ή χάρτη. Οι οδηγίες που η επιστήμη προσφέρει πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερες και να εξυπηρετούν την άγνοια σηματοδότησης και προσανατολισμού των ανθρώπων. Το ζήτημα της ευθύνης προκύπτει όταν κανείς θέσει την ερώτηση, σε ποιόν ανήκει το έδαφος που διερευνάται. Για τους χριστιανούς η απάντηση είναι σαφής: «Η γη είναι του Κυρίου και το πλήρωμα αυτής». Συνεπώς ο επιστήμονας είναι υπεύθυνος απέναντι στον ίδιο το Θεό [2].

[1] Βικιπαίδια
[2] Erastos Filos, Wie frei ist Wissenschaft?, Evangelium und Wissenschaft, τεύχος 24 (11/1992), σ. 3-13,
https://www.academia.edu/2778717/Wie_frei_ist_Wissenschaft

24 Απριλίου 2014

Γιατί η διαμάχη γύρω από τον πάπυρο που αναφέρει ως παντρεμένο τον Ιησού είναι ανούσια

Αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο του Κωστή Κοσμέα που πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο zoiagapis.gr:

Ένας μέχρι πριν 18 μήνες άγνωστος πάπυρος γραμμένος στα αρχαία κοπτικά είχε προκαλέσει την οργή της εκκλησίας αλλά και έντονες αντιπαραθέσεις στον χριστιανικό κόσμο. Ο πάπυρος ο οποίος ανήκει σε ιδιωτική συλλογή και δεν έχει μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό μιας πιστωτικής κάρτας περιελάμβανε μια φράση που αποδίδεται στον Ιησού: «Ο Ιησούς τους είπε, ιδού η γυναίκα μου». «Ο Ιησούς παντρεμένος;» είχαν τότε γράψει όλα τα πρωτοσέλιδα.


H Κάρεν Κινγκ, καθηγήτρια στη Σχολή Θεολογίας του Χάρβαρντ, η οποία είχε τότε κάνει την εισήγηση, είχε δεχτεί πυρά και πολλοί θεολογικοί κύκλοι και το Βατικανό είχαν αμφισβητήσει την γνησιότητα του πάπυρου.

Σήμερα τα εργαστήρια επανέρχονται με τις έρευνες να έχουν ολοκληρωθεί. Τα αποτελέσματα των τεστ υποδεικνύουν ξεκάθαρα πως το αρχαίο αυτό τμήμα παπύρου που είχε ονομαστεί «Το Ευαγγέλιο της Μαγδαληνής» είναι αυθεντικό και χρονολογείται τ
oν 8o αιώνα μ.Χ. στην Αίγυπτο.

Τα επιπλέον τεστ που έγιναν ώστε να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς πως ο πάπυρος ήταν πλαστός και πως ίσως  πολλά χρόνια αργότερα από την χρονολογία γραφής του κάποιος είχε αλλάξει το περιεχόμενό, βγήκαν επίσης αρνητικά. Δεν βρέθηκε κανένα ίχνος από μελάνι που να διαφέρει χρονολογικά από το σύνολο, αλλά και κανένα σημάδι που να αποδεικνύει κάποιου είδους επιτηδευμένης αλλοίωσης.


Αν και τα τεστ που θα εξασφάλιζαν 100% την γνησιότητα δεν μπορούν να γίνουν μιας και θα κατέστρεφαν το ευαίσθητο αυτό αρχαίο ντοκουμέντο, τόσο η καθηγήτρια Κάρεν Κινγκ όσο και η υπόλοιπη ερευνητική ομάδα που διεξήγαγε τα τεστ ισχυρίζονται πως για αυτούς είναι πια ξεκάθαρο το ζήτημα γνησιότητας.
Αυτό που η Κάρεν Κινγκ θέλησε να ξεκαθαρίσει είναι πως η ίδια και η επιστημονική ομάδα του Χάρβαρντ ποτέ δεν υποστήριξαν πως ο Ιησούς ήταν παντρεμένος, αλλά πως ο πάπυρος που γράφει κάτι τέτοιο είναι αυθεντικός. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η ίδια, το ότι ένας πάπυρος έχει μια τέτοια αναφορά δεν σημαίνει πως είναι ιστορικό γεγονός αλλά υποδεικνύει ίσως ιστορικά την αντιμετώπιση και τις θεωρίες που από τότε είχαν αναπτυχθεί. Ακόμη και τώρα πάντως υπήρξαν κύκλοι που αντέδρασαν άμεσα και επιμένουν πως τα τεστ δεν είναι ακριβή και πως ο πάπυρος δεν είναι αυθεντικός.

Όλη την αντιπαράθεση τη θεωρούμε τελείως ανούσια και ειδικότερα από την πλευρά του χριστιανικού κόσμου, που έσπευσε αμέσως να οργιστεί. Πρώτον γιατί και ο πάπυρος να είναι αυθεντικός, που όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι είναι, αυτό δεν σημαίνει πως και ό,τι γράφει είναι αξιόπιστο.

Το πρόβλημα πίσω από αυτήν τη συζήτηση είναι η διάκριση μεταξύ αυθεντικού και αξιόπιστου στην Ιστορία. Αυθεντικό σημαίνει ότι ένα ιστορικό εύρημα είναι γνήσιο, προέρχεται δηλαδή πραγματικά από εκείνον στον οποίο το αποδίδουμε ή ότι δεν έχει υποστεί κάποιου είδους επιτηδευμένης αλλοίωσης. Αξιόπιστο από την άλλη πλευρά σημαίνει ότι αυτά που αναφέρει είναι αληθινά, ότι μπορούν δηλαδή να επιβεβαιωθούν ως ιστορικά γεγονότα και δεν είναι μέρη ενός μύθου ή της προϊστορίας, της εποχής εκείνης δηλαδή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές οι μαρτυρίες δεν μας είναι κατανοητές. Η Θεογονία του Ησίοδου για παράδειγμα είναι ένα έργο αυθεντικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και αξιόπιστο, πως ό,τι αναφέρει ανήκει στη σφαίρα της ιστορικής πραγματικότητας. Και το λεγόμενο «Ευαγγέλιο του Ιούδα» για παράδειγμα είναι αυθεντικό ή ο Αληθής Λόγος του Κέλσου (ένα έργο στο οποίο βασίζονται οι χριστιανοί απολογητές για να αποδείξουν την ιστορικότητα του Ιησού), ένα έργο το οποίο ανασυντάσσει ο Ωριγένης στα γραπτά του, αυτό δεν σημαίνει όμως πως ό,τι λένε είναι και αξιόπιστα. Ήδη από τα πρώτα χρόνια, οι Χριστιανοί διαφωνούσαν σχετικά με το αν ήταν καλύτερο να μην παντρεύεται κανείς. Αλλά ήταν πάνω από έναν αιώνα μετά το θάνατο του Ιησού πριν αρχίσουν να επικαλούνται την οικογενειακή κατάσταση του Ιησού προκειμένου να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Η τελευταία επισήμανση δηλαδή της Κάρεν Κινγκ τα λέει όλα. Και, δεύτερον, ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για έναν πάπυρο γραμμένο περίπου 800 χρόνια μετά! Σε κάθε περίπτωση όμως, ποιόν μπορούμε να θεωρήσουμε πιο αξιόπιστο; Έναν που ήταν αυτόπτης μάρτυρας ή έναν που έγραψε 800 χρόνια μετά;

Ο Κωστής Κοσμέας είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας

18 Δεκεμβρίου 2013

Σύσταση Συμβουλίου Καινοτομίας από το Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας

Έμαθα ότι το υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ανακοίνωσε τη σύσταση Συμβουλίου Καινοτομίας, στο οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι της επιχειρηματικής και επιστημονικής κοινότητας. Έχοντας συμβουλευτικό και συντονιστικό χαρακτήρα με στόχο την εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προώθηση της καινοτομίας, το Συμβούλιο θα εισηγείται προς την κυβέρνηση τη λήψη μέτρων, αποτελώντας σημείο επαφής των επιχειρήσεων και της επιστημονικής κοινότητας με την πολιτική ηγεσία.

Αφορμή για την απόφαση σύστασης του συμβουλίου στάθηκε και το νέο ΕΣΠΑ (2014-2020), στο οποίο οι δαπάνες για την καινοτομία ως ποσοστό επί του συνολικού προϋπολογισμού θα είναι διπλάσιες σε σύγκριση με το τρέχον χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Όλα τα μέλη του Συμβουλίου Καινοτομίας θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αμισθί.

Πρόκειται για ένα θετικό βήμα προς τον συντονισμό των διάσπαρτων μέχρι στιγμής πρωτοβουλιών στη χώρα μας και ευχόμαστε να έχουν επιτυχία για το καλό του τόπου.

Οι ρίζες της καινοτομίας ξεκινούν από τη σκέψη
και εξαρτώνται για την υλοποίησή τους, κατά πολύ από τη νοοτροπία και τις αντιλήψεις, το κοινωνικό πλαίσιο, την παιδεία και – γενικά – την κουλτούρα στην οποία εντάσσεται ένα άτομο. Οι αρχαίοι Αθηναίοι και οι ξένοι που βρίσκονταν κοντά τους, «εις ουδέν έτερον ηυκαίρουν ή λέγειν τι ή ακούειν τι καινότερον». Έτσι μας διαβεβαιώνουν τα βιβλικά κείμενα (Πράξεις 17,21). Η καινοτομία, έστω και αν η λέξη δεν χρησιμοποιείται στις Γραφές, είναι μια βιβλική έννοια. Ο Ιησούς Χριστός διδάσκει, πως τα μπαλώματα καινούργιου υφάσματος σε παλιά ρούχα ή το νέο κρασί σε παλιούς ασκούς χειροτερεύουν μια κατάσταση. Η Καινή Διαθήκη, για την οποία μιλάει ο Χριστός, αποτελεί μια καινοτόμο προσέγγιση του ανθρώπου προς τον Θεό, μέσω της πίστης, και αντικαθιστά την Παλαιά Διαθήκη που προϋπέθετε την προσέγγιση του Θεού μέσω του μωσαϊκού Νόμου. Τόσο η διδασκαλία του Ιησού («μετανοείτε», αλλάξτε δηλαδή νοοτροπία) όσο και τα υπόλοιπα κείμενα της Καινής Διαθήκης στο σύνολό τους μιλούν για καινοτομία και όχι για μπαλώματα (Μάρκος 2,21-22), για την καινοτομία που μόνο το Πνεύμα του Θεού φέρνει (Ρωμαίους, 7,6), για ένα «μεταμορφούσθε τη ανακαινώσει του νοός υμών» (Ρωμαίους 12,2).

27 Οκτωβρίου 2013

Βραβείο Νομπέλ για την πρόβλεψη του «σωματιδίου του Θεού»

Είναι μάλλον η πρώτη, ίσως και η τελευταία φορά, που ένα Βραβείο Νομπέλ στη Φυσική έκανε χαρούμενους τόσο πολλούς ανθρώπους. Σαν να το είχαν πάρει δηλαδή και αυτοί μαζί με τον François Englert, 80 ετών σήμερα, και τον Peter Higgs, ήδη στα 84 του. Ο λόγος είναι για τους 7.000 περίπου ανθρώπους που εργάζονται στο CERN, το κοινό κέντρο επιστημονικής έρευνας για όλη την Ευρώπη. Καμιά θεωρία δεν επιβραβεύεται με το Βραβείο Νομπέλ στη Φυσική  αν πρώτα δεν έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά. Ακόμη και ο Αΐνσταιν τιμήθηκε με το βραβείο αυτό για το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, που επιβεβαιώθηκε από τα πειράματα, και όχι για τις Θεωρίες της Σχετικότητας, έγραφε το «Βήμα» για την απονομή του Βραβείου Νομπέλ στις 3 Οκτωβρίου στους δύο φυσικούς.
Ο François Englert γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου του 1932 στο Etterbeek των Βρυξελλών. Σπούδασε Φυσική στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών (ULB), όπου έλαβε το διδακτορικό του το 1959. Στη συνέχεια πήγε στο Πανεπιστήμιο Cornell. Το 1961 επέστρεψε στο ULB και το 1964 ανέλαβε καθηγεσία. Από το 1980 μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1998, δίδασκε, μαζί με τον Robert Brout, Θεωρητική Φυσική στο ULB.
Ο Peter Higgs γεννήθηκε στις 29 Μαΐου 1929 στο Newcastle-upon-Tyne, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σπούδασε Φυσική στο King 's College του Λονδίνου, απ' όπου αποφοίτησε το 1954. Μετά από ενδιάμεσες στάσεις στο Εδιμβούργο και στο Λονδίνο το 1960, πήγε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, όπου από το 1980 μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1996 υπήρξε καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής.
Ό
πως είχα αναφερθεί σε προηγούμενη ανάρτηση στο ιστολόγιο αυτό: Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Πυρηνικών Ερευνών CERN είναι σήμερα το μεγαλύτερο σε έκταση κέντρο πυρηνικών ερευνών και ειδικότερα της Φυσικής Υψηλών Ενεργειών στον κόσμο. Βρίσκεται δυτικά της Γενεύης, στα σύνορα Ελβετίας και Γαλλίας. Ιδρύθηκε το 1954 από δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες και σήμερα αριθμεί 20 κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, η οποία είναι και ιδρυτικό μέλος. Η κύρια λειτουργία του CERN αφορά την παροχή επιταχυντών σωματιδίων για την πειραματική έρευνα στο πεδίο της Φυσικής Υψηλών Ενεργειών. Λειτουργούν πολλοί επιταχυντές, ένας εκ των οποίων είναι και ο LHC (Μέγας Επιταχυντής Σύγκρουσης Ανδρονίων), ο οποίος αναπτύσσεται σε υπόγεια κυκλική σήραγγα 27 χιλιομέτρων και επιτρέπει δέσμες πρωτονίων (και αντιπρωτονίων) να επιταχύνονται σε πολύ υψηλές ενέργειες.
Από τις αναμενόμενες συγκρούσεις των πρωτονίων στον CERN, στη δεδομένη ενέργεια, ήλπιζαν οι επιστήμονες ότι θα σχηματισθεί το μποζόνιο Χιγκς (Higgs boson), του οποίου η μη παρατήρηση μέχρι τότε ήταν ένας από τους «χαμένους κρίκους» του Καθιερωμένου Μοντέλου της Φυσικής Υψηλών Ενεργειών. Η πειραματική παρατήρηση του σωματιδίου Χιγκς που ανακοινώθηκε στις 4 Ιουλίου 2012 και από τις δύο ομάδες του CERN, Atlas και CMS, επιβεβαίωσε την θεωρία, πώς τα υπόλοιπα στοιχειώδη σωματίδια αποκτούν μάζα κατά το μοντέλο Χιγκς. Το σωματίδιο Χιγκς είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση του κοσμικού σχεδίου. Οι ειδικοί επιστήμονες πιστεύουν μάλιστα πως θα είναι το ξεκίνημα για πολλές μελλοντικές συναρπαστικές ανακαλύψεις . Τα κοσμολογικά στοιχεία δείχνουν ότι η συνηθισμένη ύλη αποτελεί μόνο ένα μικρό κλάσμα του σύμπαντος. Το υπόλοιπο είναι άγνωστο, κάτι που αναφέρεται ως "σκοτεινή ύλη" και "σκοτεινή ενέργεια".
Στο δημοφιλές βιβλίο του «Το σωματίδιο του Θεού: Αν το Σύμπαν είναι η απάντηση, ποια είναι η ερώτηση;» [1] που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1993, ο αμερικανός φυσικός Leon Lederman εξήγησε γιατί επέλεξε αυτό τον τίτλο:
«Αυτό το μποζόνιο έχει τόσο καίρια σημασία για την κατάσταση της φυσικής σήμερα, τόσο ζωτική σημασία για την τελική κατανόηση της δομής της ύλης, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο φευγαλέο, που του έχω δώσει ένα ψευδώνυμο: το σωματίδιο του Θεού. Γιατί ο θεός των σωματιδίων; Για δύο λόγους. Πρώτον, ο εκδότης δεν θα μας επέτρεπε να το ονομάσουμε ΄goddamn’ σωματίδιο, αν και αυτό θα μπορούσε να είναι ο πιο κατάλληλός του τίτλος, δεδομένου του αχρείου χαρακτήρα του και το μόχθο που μας προκαλεί. Δεύτερον, επειδή υπάρχει ένας σύνδεσμος με ένα άλλο βιβλίο, ένα πολύ παλαιότερο  ...»
… και αναφέρεται στο βιβλίο της Γένεσης στη Βίβλο. Ο Μίτσιο Κάκου, καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Σίτι της Νέας Υόρκης, εκφράστηκε ως εξής [2]:
«Εξερευνούμε τις απαρχές της φυσικής και της κοσμολογίας με τον επιταχυντή γιατί θέλουμε να έχουμε ένα παράθυρο στη δημιουργία, να αναπαράγουμε ένα μικρό κομμάτι της Γένεσης για να ξεκλειδώσουμε μερικά από τα μεγαλύτερα μυστικά του σύμπαντος».
Όχι μόνο βοηθάει η έρευνα αυτή στο να ανιχνεύσουμε τις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας, αλλά μας δίνει την δυνατότητα να εισχωρήσουμε, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, και στα ίδια τα μυστήρια της ύλης. Κάποια χωρία της Καινής Διαθήκης αποκτούν έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως για παράδειγμα  αυτά που η προς Εβραίους Επιστολή (1/3) περιγράφει για τον Χριστό:
 «… φέρων τε τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού».

[1]     Leon Lederman, Dick Teresi (1993): The God Particle: If the Universe Is the Answer,   What Is the Question? 

[2]
     Βλέπε http://www.guardian.co.uk/science/2008/jun/30/cern.particlephysi